Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Γιατί το λέμε έτσι;

Έφαγε τον αγλέουρα
Αγλέουρας (ελλέβορος ο κυκλόφυλλος) Ο αγλέουρας (συναντάται και ως «αγλέορας», «αγκλέορας» και «αγκλέουρας») είναι δηλητηριώδες φυτό και ετυμολογικά αποτελεί παραφθορά τού αρχαιοελληνικού «ελλέβορος» (ελλέβορος => ελλέβορας => αλλέβουρας => αλλέουρας => αγλέουρας) που αποτελεί και την επιστημονική του ονομασία (στην καθομιλουμένη λέγεται «γαλατσίδα», ενώ άλλες κοινές ονομασίες του είναι «σκάρφι», «κάρπη», «καρπί» κ.ά).


Από τα ένδεκα είδη ελλέβορου που υπάρχουν σε όλη την Ευρώπη, στην Ελλάδα φυτρώνει μόνο ο «ελλέβορος ο κυκλόφυλλος» (Helleborus cyclophyllus). Τον βρίσκουμε στα ξέφωτα των ορεινών δασών, τα άνθη του έχουν χρώμα ανοιχτό κιτρινοπράσινο και εμφανίζονται νωρίς την άνοιξη, μετά το λιώσιμο των χιονιών. Ο ελλέβορος είναι φυτό ποώδες και πολυετές, έχει ελάχιστα φύλλα, αλλά βγάζει ωραιότατα λουλούδια.

Όπως τα περισσότερα δηλητήρια, χρησιμοποιείται για θεραπευτικούς σκοπούς, αν και σήμερα έχει περιορισμένη χρήση. Το έδιναν οι πρακτικοί γιατροί (σε σκόνη ή επίθεμα) για δερματικές παθήσεις, επιληψία, μελαγχολία και για…μανιακές καταστάσεις. Τη χρήση του για τις τελευταίες αυτές περιπτώσεις, την είχαν επινοήσει και οι αρχαίοι Έλληνες. Λένε μάλιστα, πως ο ποιμένας και μάντης Μελάμπους (Μαυροπόδης) παρατήρησε ότι οι κατσίκες του, που έτρωγαν από αυτό το φυτό, γινόντουσαν πολύ ήσυχες. Το περίεργο σ’ αυτήν την ιστορία είναι, πως ο Μελάμπους τόλμησε να χρησιμοποιήσει το φυτό και στην κόρη του Πρωτέα, που έπασχε από μανία αθεράπευτη και το αποτέλεσμα ήταν να γίνει καλά. Από τότε, μάλιστα, έμεινε στους αρχαίους η φράση: «δείται ελλεβόρoυ», δηλαδή κάτι παρόμοιο με το δικό μας: «είναι για δέσιμο». Με το φυτό αυτό, σύμφωνα με τον μύθο, ο Μελάμπους θεράπευσε και τις κόρες του βασιλιά του Άργους Προίτου (Προιτίδες), που είχαν πάθει παράκρουση και νόμιζαν πως ήταν αγελάδες (μοσχίδες) και στη συνέχεια πήρε για σύντροφό του μια από αυτές. Oι πηγές μάς πληροφορούν ότι οι αρχαίοι ρήτορες έτρωγαν μικρές ποσότητες του φυτού για την τόνωση της μνήμης τους κατά τη διάρκεια της ομιλίας τους, εξ ου και η έκφραση «ελλεβορίζειν».

Ο ελλέβορος έχει πικρή και στυφή γεύση, ενώ και μόνο η οσμή του μπορεί να προκαλέσει ναυτία και δυσφορία. Σε μεγάλη δόση προκαλεί εμετό, διάρροια, πόνους στα πεπτικά όργανα, παράλυση και τελικά τον θάνατο.

Η παροιμιώδης έκφραση «έφαγε τον αγλέουρα», πιστεύεται ότι προέκυψε λόγω της σχετικής δυσφορίας που προκαλείται μετά από την υπερβολική κατανάλωση φαγητού, παρόμοιας δηλαδή μ’ αυτής που προκαλείται απ’ την χρήση του αγλέουρα. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο συσχετισμός αυτός προέρχεται από την συνήθεια των Βυζαντινών να κάνουν χρήση του αγλέουρα για να προκαλέσουν εμετό και να ξαλαφρώσουν το στομάχι από το πολύ φαγητό.


Μάλλιασε η γλώσσα μου
Στη Βυζαντινή εποχή υπήρχαν διάφορες τιμωρίες, ανάλογες, βέβαια, με το παράπτωμα.

Όταν π.χ. ένας έλεγε πολλά, δηλαδή έλεγε λόγια που δεν έπρεπε να ειπωθούν, τότε τον τιμωρούσαν με έναν τρομερό τρόπο. Του έδιναν ένα ειδικό χόρτο, που ήταν υποχρεωμένος, με το μάσημα, να το κάνει πολτό μέσα στο στόμα του. Το χόρτο, όμως, αυτό ήταν αγκαθωτό, στυφό και αρκετά σκληρό, τόσο που κατά το μάσημα το στόμα του πρηζόταν και η γλώσσα, το ελατήριο δηλαδή της τιμωρίας του, άνοιγε, μάτωνε και γινόταν ίνες-ίνες, κλωστές-κλωστές, δηλαδή όπως είναι τα μαλλιά.

Από την απάνθρωπη τιμωρία βγήκε και η παροιμιώδη έκφραση «μάλλιασε η γλώσσα μου», που τη λέμε μέχρι σήμερα, όταν προσπαθούμε με τα λόγια μας να πείσουμε κάποιον και του το λέμε πολλές φορές.


Ας πάει και το παλιάμπελο
«Τρέξατε, τρέξατε... Απόψε στο θέατρο, τη γυναίκα θα παίξει αληθινή γυναίκα». Έτσι διαφήμισαν οι ντελάληδες την πρεμιέρα, του ιταλικού μελοδράματος «Λουκία ντε Λαμερμούρ» του Ντονιτζέτι -στο πρώτο χτισμένο χειμερινό θέατρο της Αθήνας "Θέατρον Μπούκουρα"- και η αληθινή γυναίκα ήταν η εκρηκτική Ιταλίδα πριμαντόνα Ρίτα Μπάσο, φερόμενη στις εφημερίδες της Εποχής ως Βάσση και συνοδευόμενη από τον χαρακτηρισμό "Μαγευτική Σειρήν".

Ήταν Νοέμβριος του 1840 στο θέατρο Μπούκουρα, επί Όθωνος. Μέχρι τότε τους γυναικείους ρόλους, στα μπουλούκια, τους υποδύονταν άντρες. Όπως αναφέρει και ο Γιάννης Βλαχογιάννης στην ιστορική του ανθολογία, είχε λίγες μέρες που εμφανιζόταν μία περίφημη Ιταλίδα αοιδός -η Ρίτα Μπάσσο- η οποία, κυριολεκτικά, ξετρέλαινε τους Aθηναίους κι έγινε αιτία πολλών επεισοδίων και στα ανώτατα τότε στρώματα της κοινωνίας ακόμη. Τέτοιος ήταν ο σάλος που ξέσπασε στην πρωτεύουσα, που ο στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του θα γράψει ανάμεσα στα άλλα, πως «νέοι και γέροι είχαν χάσει τα χρηστά ήθη και η Ελλάς όδευε προς την καταστροφή».

Κατά την ώρα, λοιπόν, μιας παράστασης ακούστηκε από ένα θεατή η φράση: "Για σένα, κυρά μου ... ας πάει και το παλιάμπελο". Ήταν μια αναφώνηση ενός απλοϊκού κτηματία της Αττικής, που από τις τελευταίες σειρές εκδήλωνε τον ενθουσιασμό του, θυσιάζοντας για χάρη της ωραίας ξένης πριμαντόνας ένα όχι και τόσο ... νόμιμο αμπέλι της περιουσίας του, παράλληλα με τις ευγενικές προσφορές των αριστοκρατών θεατών της πρώτης σειράς, που ήταν λουλούδια στην παράσταση και κοσμήματα πανάκριβα μετά από αυτην. Η φράση όμως αφού έφερε, τότε, το γύρο της μικρής Αθήνας, αποθανατίστηκε ως τα σήμερα.

Όσο για τη Ρίτα Μπάσσο, εξαιτίας της είχε δημιουργηθεί σοβαρό επεισόδιο μεταξύ του τότε δημάρχου Καλιφρονά και του Άγγλου πρεσβευτή Λάιον. Ο δήμαρχος, επειδή δεν τον κάλεσε ο πρεσβευτής, που έδινε χορευτική βραδιά, για να τιμήσει την Ιταλίδα πριμαντόνα, θύμωσε και διέταξε την υπηρεσία απορριμάτων να μην πάρει τα σκουπίδια της Πρεσβείας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο αρχηγός του Αγγλικού κόμματος Αντρέας Λόντος, που αν και «γέροφαφούτης», «παλάβωσε» και άρχισε να σκορπά την περιουσία του σε κάθε νάζι της Ιταλίδας. Χωρίς περιστροφές ο στρατηγός Μακρυγιάννης έγραψε: «Παλάβωσαν οι γέροντες και οι μαθητές πουλούν τα βιβλία τους και πάνε v' ακούσουν τη Ρίτα Μπάσσο. Το γέρο Λόντο, που δεν έχει ούτε ένα δόντι, τον παλάβωσε η Ρίτα Μπάσσω του θεάτρου και τον αφάνισε τόσα τάλλαρα δίνοντας κι άλλα πισκέσια». Ο Ανδρέας Λόντος, ξημεροβραδυαζόταν στο θέατρο και καθώς δεν είχε δόντια, γινόταν περίγελως φωνάζοντας "Μπλάβο Λίτα"!


πηγές: mixanitouxronou.gr, musipedia.gr, Τάκη Νατσούλη "Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις", εκδόσεις Σμυρνιωτάκη, Δεκέμβριος 2007, Αθήνα

Τα σπάσαμε
Οι αρχαίοι Μακεδόνες, την παραμονή του γάμου τους, έβγαιναν με φίλους στο κυνήγι, στο οποίο έπρεπε απαραίτητα να σκοτώσουν ένα αγριογούρουνο, για να το προσφέρουν σαν δώρο στη νύφη. Οι Θρακιώτες, πάλι, την ημέρα του γάμου τους, έπρεπε να ημερέψουν ένα άγριο άλογο, από τα γνωστά θρακικά άλογα, που την παλιά εποχή θεωρούνταν τα πιο άγρια του κόσμου.

Αλλά το πιο παράξενο έθιμο που κρατάει από τα αρχαιότατα μινωικά χρόνια, είναι των Κρητικών. Από την παραμονή του γάμου τους οι Κρητικοί συγκέντρωναν σε ένα μεγάλο δωμάτιο διάφορα πήλινα βάζα κι ενώ τραγουδούσαν και χόρευαν, τα έσπαζαν ένα ένα. Η συνήθεια αυτή με τον καιρό, γενικεύτηκε σε όλη την Ελλάδα κι έτσι σήμερα όχι μονάχα σε γάμους, αλλά και σε κάθε είδους διασκέδαση, οι Έλληνες τους αρέσει πάνω στον ενθουσιασμό τους να σπάνε ποτήρια και πιάτα. Από αυτό άλλωστε, βγήκε η φράση «τα σπάσαμε» που τη λέμε μετά από κάθε διασκέδαση.


Τα κάνω λίμπα
Η λίμπα είναι δεξαμενή ή λάκκος στον οποίο καταλήγει υγρό (π.χ. λάδι σε ελαιοτριβείο).

Μεταφορά στην ελληνική της διαλεκτ. ιταλ. Λέξης limba (=λεκάνη, κοιλότητα εδάφους), που ετυμολογείται από το μεταγενέστερο λατ. ουσ. lembus (σπάν. limbus = μικρό, γρήγορο ιστιοφόρο), το οποίο αποτελεί μεταγραφή στη λατινική της ελλην. λέμβου (= μικρό και ελαφρύ σκάφος).

Η γνωστή νεοελληνική φράση «τα κάνω λίμπα» από την αρχική σημασία «γεμίζω με λάδια» (πβ. διαλεκτ. λιμπί = πέτρινο δοχείο ελαιοτριβείου, όπου καταλήγει το λάδι) κατέληξε να σημαίνει «λερώνω, προκαλώ αναστάτωση».

Σπουδαία/ Σιγά τα λάχανα
Τη φράση «σπουδαία τα λάχανα» (εναλλακτικά και «σιγά τα λάχανα»), τη χρησιμοποιούμε σήμερα ειρωνικά, όταν θέλουμε να δηλώσουμε την δυσανάλογη αξία που προσδίδεται σε κάτι, σε σχέση με την πραγματική του αξία. Χρησιμοποιείται δηλαδή απαξιωτικά.

Προήλθε από το εξής περιστατικό. Σε κάποιο χωριό, πριν από το 1821, πέρασε ο απεσταλμένος τού Μπέη, για να εισπράξει τη «δεκάτη». Η δεκάτη ήταν κι αυτή μία από τις πολλές φορολογίες τών χρόνων εκείνων. Όλοι όμως οι χωρικοί τού απάντησαν πως δεν είχαν να πληρώσουν τον φόρο, γιατί τα λάχανά τους (λάχανα ήταν η παραγωγή τους) έμεναν απούλητα. Τότε ο φοροεισπράκτορας τούς είπε πως θα έστελνε ζώα και ανθρώπους, για να φορτώσει τα λάχανα και έτσι να «πατσίζανε» με το χρέος τους. Έτσι και έγινε.

Από τότε, έμεινε να λένε οι χωρικοί (προφανώς ειρωνικά): «Σπουδαία τα λάχανα», όταν επρόκειτο να «πατσίσουν» τούς οφειλόμενους φόρους, με λάχανα.

Εκπάγλου καλλονής
Πρόκειται για "γλωσσικό απολίθωμα" - μία παλαιά λέξη ή έκφραση που χρησιμοποιείται μονάχα σε συγκεκριμένο συγκείμενο.

έκπαγλος
-η, -ο (AM ἔκπαγλος, -ον)· αυτός που αφήνει κάποιον έκπληκτο με την ομορφιά, τη δύναμη ή άλλο προτέρημα (α. «εκπάγλου κάλλους»· β. «σθένει ἔκπαγλος»· με εκπληκτική δύναμη· γ. «ἐν πόνοις ἔκπαγλος»· θαυμαστός για τα κατορθώματά του)· || (αρχ.) 1. εκπληκτικός, φοβερός («ἔκπαγλος ἐὼν και θαρσαλέος πολεμιστής», «χειμὼν ἔκπαγλος»)· 2. (το ουδ. πληθ. ως επίρρ.) εκπληκτικά, υπερβολικά («ἔκπαγλ' ἐφίλησα»· σ' αγάπησα υπερβολικά).

Η λόγια φράση "εκπάγλου καλλονής" σημαίνει ακριβώς "εκπληκτικής ομορφιάς". Επειδή χρησιμοποιείται για να προσδώσει ιδιότητα, και οι δύο λέξεις είναι σε γενική. Αρχικά η λέξη ήταν *ἔκ-πλαγ-λος, αλλά για λόγους απλοποίησης, το πρώτο λ αποβλήθηκε.

Σημείωση: Ο αστερίσκος (*) στην αρχή μιας λέξης, χρησιμοποιείται στη γλωσσολογία για λέξεις που δεν έχουν καταγραφεί ποτέ αλλά που συμπεραίνεται επιστημονικά ότι υπήρξαν.
Στεντόρεια φωνή
Η έκφραση γεννήθηκε από τον Αχαιό ήρωα του Τρωικού Πολέμου Στέντορα (Στέντωρ), αναφέρεται τόσο στην Ιλιάδα (Ε 785) όσο και στη «Διομήδους Αριστεία», ο οποίος ήταν περιώνυμος για την μεγαλοφωνία του, δηλαδή για τη βροντερή φωνή του, λόγω της ευεργεσίας του από τη θεά Ήρα.

Χαλκεόφωνος χαρακτηρίζεται από τον Όμηρο και λέγεται γι' αυτόν «τόσον αύδήσασχ' όσον άλλοι πεντήκοντα», ότι φώναζε, δηλαδή, τόσο δυνατά όσο πενήντα άνδρες μαζί.

Θεωρείται ότι καταγόταν από τη Θράκη ή, σύμφωνα με τον «Σχολιαστή» του Ομήρου, από την Αρκαδία: «Αρκάς το γένος, ερίσας δε προς τον Ερμήν περί μεγαλοφωνίας εφονεύθη υπ' αυτού». Δηλαδή ο Στέντορας διαγωνίσθηκε με τον θεό Ερμή, τον κήρυκα των θεών, στην ένταση της φωνής και ο Ερμής τον σκότωσε (ή, σύμφωνα με άλλη παράδοση, πέθανε από την προσπάθεια να φωνάξει ακόμα πιο δυνατά).

Από τον Στέντορα και τη δυνατή φωνή του, ο Ευστάθιος πλάθει το επίθετο στεντορόφωνος.

Ακόμα και σήμερα, η φράση «Στεντόρεια φωνή» σημαίνει τη μέγιστη σε ένταση φωνή.

Διέβη τον Ρουβίκωνα
Ρουβίκων (Rubico) είναι το λατινικό όνομα ενός μικρού ποταμού στη βόρεια Ιταλία που χυνόταν στην Αδριατική θάλασσα.

Στη ρωμαϊκή εποχή, κατά τη ρεπουμπλικανική περίοδο, ο νόμος απαγόρευε στους Ρωμαίους στρατηγούς να τον διαβούν με τις λεγεώνες τους. Το μέτρο αποσκοπούσε στο να αποτρέψει την είσοδο στρατού στην Ιταλία, επομένως και το ενδεχόμενο πραξικοπήματος ή εμφυλίου πολέμου.

Όταν ο Ιούλιος Καίσαρ το 49 π.Χ. αποφάσισε να τον περάσει, πριν συγκρουστεί με τον Πομπήιο, αναφώνησε την περίφημη ιστορική φράση "Ο κύβος ερρίφθη" (alea jacta est).

Η φράση "διέβη τον Ρουβίκωνα" αναφέρεται σε ανθρώπους που εν γνώσει τους λαμβάνουν μια ριψοκίνδυνη απόφαση χωρίς επιστροφή.


Του Κουτρούλη ο γάμος
«"Έγινε του Κουτρούλη ο γάμος" ή "Έγινε του Κουτρούλη το πανηγύρι" λέμε οι νεότεροι Έλληνες όταν πρόκειται για θορυβώδη συνάθροιση ή μεγάλη ακαταστασία. Ποιος είναι όμως αυτός ο Κουτρούλης και γιατί ο γάμος του να γίνει παροιμιώδης;
»Ο καβαλλάριος [ιππότης] κυρ Ιωάννης ο Κουτρούλης, που πιθανώς ζούσε στη Μεθώνη, συγκατοίκησε με γυναίκα που είχε φύγει από το συζυγικό σπίτι μετά από σκάνδαλο, όπως φαίνεται. Η μη νόμιμη αυτή συγκατοίκηση τράβηξε την προσοχή της εκκλησίας, η οποία αφόρισε τη γυναίκα. Πέρασαν εν τω μεταξύ δεκαεφτά χρόνια, και ο Κουτρούλης, μη εννοώντας να απομακρυνθεί από τη γυναίκα, πάντοτε προσπαθούσε να του επιτραπεί να την παντρευτεί νόμιμα.Πόσο μεγάλο θα ήταν το σκάνδαλο, και επομένως πόσο γνωστό στη μικρή κοινωνία της Μεθώνης, ο καθένας το φαντάζεται. Ο νόμιμος και πρώτος σύζυγος που αντιδρούσε, για δεκαεφτά χρόνια βασάνιζε τον Κουτρούλη. Τα πράγματα όμως μεταβλήθηκαν το Μάιο του 1394. Ο Πατριάρχης Αντώνιος ο Δ', στον οποίο η αφορισθείσα παρουσίασε διαζύγιο που είχε γίνει επί του εν τω μεταξύ αποθανόντος επισκόπου Μεθώνης Καλογεννήτου, με το οποίο ο γάμος θεωρούνταν νομίμως διαλελυμένος, αναγνώρισε το δίκιο της και με γράμματά του και προς τον μητροπολίτη Μονεμβασίας και τον επίσκοπο Μεθώνης επίτρεψε την με τις ευχές της εκκλησίας τέλεση του γάμου, εάν όμως αποδεικνυόταν ότι ο Κουτρούλης δεν είχε καμιά ιδιαίτερη σχέση με τη γυναίκα, με την οποία συγκατοικούσε, για όσο αυτή ζούσε με τον πρώτο σύζυγό της. Τι αποδείχτηκε δεν ξέρουμε· φαίνεται όμως ότι η ανάκριση των ιεραρχών πιστοποίησε την αθωότητα του Κουτρούλη και έτσι ο γάμος έγινε. Αν θα γίνει ή όχι ο γάμος, συζητιόταν για δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια, και όταν επιτέλους έγινε, έγινε το ζήτημα της ημέρας. Στα στόματα των γυναικών και των περιέργων θα περιφερόταν αναμφίβολα η φράση "'Έγινε του Κουτρούλη ο γάμος", όπου όλη η σπουδαιότητα έπεφτε στο ρήμα "έγινε".
»Κατά το γάμο ωστόσο, που μάλλον πανηγύρι ήταν, είναι φυσικό να έγινε έκτακτο και εξαιρετικό γλέντι, αφενός μεν σε πείσμα του πρώτου συζύγου, αφετέρου δε για ικανοποίηση του πολύπαθου και καταξοδεμένου δεύτερου συζύγου, ο οποίος δεν ήταν κάποιος άγνωστος, ήταν ο εξαιτίας των γεγονότων διαβόητος καβαλλάριος Ιωάννης Κουτρούλης.
»Στη φράση κατόπιν "Έγινε του Κουτρούλη ο γάμος" τονιζόταν όχι πλέον η λέξη "έγινε", αλλά η γενική "του Κουτρούλη", η οποία έγινε συνώνυμη με το "θορυβωδώς" και η οποία είναι σήμερα η ιδιαίτερη λέξη όλης της φράσης.
»Όπως είπαμε, ο γάμος επιτράπηκε από τον Πατριάρχη το Μάιο του 1394, τίποτα δεν μας εμποδίζει να παραδεχτούμε ότι ο ανυπόμονος Κουτρούλης παντρεύτηκε την ίδια εποχή, και επομένως όταν άρχιζε ο ΙΕ' αιώνας ήταν παροιμιώδες το ότι "Έγινε του Κουτρούλη ο γάμος".»

[Φ. Κουκουλές, "Περί δύο παροιμιών", Β' Λαογραφία 2 (1910) σ. 554-556. Απόδοση Χαράλαμπος Γ. Κουτρούλης.

Σημ.: Οι πληροφορίες του Κουκουλέ αντλούνται από δύο πατριαρχικά πιττάκια (επιστολές).]

Τι νταρντάνα είσαι εσύ!
Μια εκδοχή λέει πως στα 1615, ένας Έλληνας τυχοδιώκτης, ο Κωνσταντίνος Γλάρος ή Κλαδός, υπέβαλε ένα μακροσκελέστατο υπόμνημα στο βασιλιά της Ισπανίας ΦΙλιππο Γ', με το οποίο του έθεσε ένα παράτολμο σχέδιο: Να ελευθερώσει ολόκληρη την Ελλάδα από το εχθρικό χέρια και γ' ανεβάσει στον ελληνικό θρόνο, έναν απόγονο δήθεν των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, τον Βαρθολομαίο Παλαιολόγο.

Ο Φίλιππος στην αρχή, δεν ήθελε να τον ακούσει, γιατί θεωρούσε ταν Κλαδό περισσότερο ονειροπόλο παρά τυχοδιώκτη. Με τα πολλά όμως ο Γλόρος, κατάφερε να ταν πείσει κι έτσι ο καλός εκείνος βασιλιάς της Ισπανίας τού παραχώρησε 42 γαλέρες, 50 "νταρντάνες" και 10.000 στρατιώτες, για να γίνουν οι αποβάσεις στην Ελλάδα.

Ο τύπος της γαλέρας μας είναι γνωστός. Οι ... νταρντάνες όμως ήταν σκάφη μαχητικά, που τότε μόλις είχαν ναυπηγηθεί και τα θεωρούσαν ανίκητα. Πραγματικά, τα καράβια αυτά ήταν ταχύτατα, άντεχαν σε μεγάλο βάρος και μπορούσαν να δώσουν ναυμαχία 1 προς 10. Αλλά, ξέχωρα από αυτό, είχαν
και ένα άλλο προσόν: Ήταν καλοφτιαγμένα. Τόσο καλοφτιαγμένα, μάλιστα, ώστε για πρώτη φορό στην ιστορία, οι κυβερνήτες άρχισαν να δίνουν σ' αυτά τα ονόματα των γυναικών τους και των φιλενάδων τους. Κι από την εποχή εκείνη ακόμη, έμεινε ως τα χρόνια μας η φράση: "είναι νταρντάνα", που τη λέμε, συνήθως, για να χαρακτηρίσουμε μια ωραία και εύσωμη γυναίκα.


Άλλος πλήρωσε τη νύφη
Στην παλιά Αθήνα του 1843, επρόκειτο να συγγενέψουν με γάμο δύο αρχοντικές οικογένειες: του Γιώργη Φλαμή και του Σωτήρη Ταλιάνη. Ο Φλαμής είχε το κορίτσι και ο Ταλιάνης το αγόρι.

Η εκκλησία, που θα γινόταν το μυστήριο, ήταν η Αγία Ειρήνη της Πλάκας. Η ώρα του γάμου είχε φτάσει και στην εκκλησία συγκεντρώθηκαν ο γαμπρός, οι συγγενείς και οι φίλοι τους. Μόνο η νύφη έλειπε.

Τι είχε συμβεί; Απλούστατο. Η κοπέλα, που δεν αγαπούσε τον νεαρό Ταλιάνη, προτίμησε να ακολουθήσει τον εκλεκτό της καρδιάς της, που της πρότεινε να την απαγάγει. Ο γαμπρός άναψε από την προσβολή, κυνήγησε την άπιστη να την σκοτώσει, αλλά δεν κατόρθωσε να την ανακαλύψει. Γύρισε στο σπίτι τού παρ' ολίγο πεθερού του και του ζήτησε τα δώρα που είχε κάνει στην κόρη του. Κάποιος όρος όμως στο προικοσύμφωνο έλεγε πως οτιδήποτε κι αν συνέβαινε προ ή μετά το γάμο μεταξύ γαμπρού και νύφης "δε θα ξαναρχούτο τση καντοχή ούδενος οι μπλούσιες πραμάτιες και τά τζαβαΐρια όπου ανταλλάξοσι οι αρρεβωνιασμένοι". Φαίνεται δηλαδή, ότι ο πονηρός γερο-Φλαμής ήξερε από πριν, τι επρόκειτο να συμβεί γι' αυτό έβαλε εκείνο τον όρο. Κι έτσι πλήρωσε ο φουκαράς ο Ταλιάνης τα δώρα του άλλου.

Από τότε οι παλιοί Αθηναίοι, όταν γινόταν καμιά αδικία σε βάρος κάποιου, έλεγαν ότι "άλλος πλήρωσε τη νύφη".


από το βιβλίο του Τάκη Νατσούλη "Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις", εκδόσεις Σμυρνιωτάκη, Δεκέμβριος 2007, Αθήνα

Βράσε όρυζα
Φράση που χρησιμοποιείτε όταν θέλουμε να εκφράσουμε πιο κόσμια την απογοήτευσή μας για κάτι.

Η "ιστορία" της έχει ως εξής.

Στον Α' Βαλκανικό Πόλεμο, ένα ελληνικό τάγμα, που είχε προχωρήσει πολεμώντας μέσα στο έδαφος της Βουλγαρίας, είχε αποκοπεί από το υπόλοιπο σώμα του. Οι στρατιώτες μας, όμως, πολεμούσαν θαρραλέα κι ολοένα προχωρούσαν.

Για το μόνο πράγμα που παραπονιόντουσαν ήταν η τροφή. Γιατί στη γρήγορη προέλασή τους, δεν πήραν τίποτα άλλο μαζί τους, εκτός από μερικό σακιά ρύζι. Έτσι πρωί, μεσημέρι, βράδυ, έτρωγαν ένα άνοστο λαπά, χωρίς αλάτι και βούτυρο. Κάποτε όμως, μπήκαν σ' ένα χωριό, στο Λάμποβο (γενέτειρα των εθνικών ευεργετών Ευάγγελου και Κωνσταντίνου Ζάππα). Εκεί έβγαλαν το άχτι τους. Πεινασμένοι καθώς ήταν, έπεσαν στα κοτέτσια του χωριού και δεν άφησαν κότα για κότα.

Φυσικά γύρισαν αμέσως στα τάγμα τους κι ετοιμάστηκαν να τις σφάξουν και να τις μαγειρέψουν. Μάγειρας του τάγματος ήταν τότε ένα κουτούτσικος φανταράκος, ο Μανώλης Αναπλιώτης, που ετοίμαζε το καζάνι. Αλλά, τη στιγμή εκείνη, παρουσιάστηκε ο διοικητής τους, ο αείμνηστος ταγματάρχης Αγγελάκης. Μόλις έμαθε, ότι οι άνδρες του ετοίμαζαν να σφάξουν ξένες κότες, έγινε έξω φρενών και διέταξε να τις επιστρέψουν αμέσως.

Όταν οι στρατιώτες του τον ρώτησαν τι θα φάνε, εκείνος γύρισε στο μάγειρα και τον πρόσταξε:
Βράσε ρύζι, Μανώλη!

από το βιβλίο του Τάκη Νατσούλη "Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις", εκδόσεις Σμυρνιωτάκη, Δεκέμβριος 2007, Αθήνα

Ψευτοθόδωρος
Εκείνους που λένε ψέματα συνηθίζουμε να τους λέμε: «Ψευτοθόδωρους». Ο Ψευτοθόδωρος, λοιπόν, υπήρξε και ήταν ένας από τους πολλούς τύπους της παλιάς Αθήνας γύρω στα 1870.

Οι περισσότερες φάρσες και κατεργαριές του Ψευτοθόδωρου, είχαν σαν θέμα τους, το ... φαΐ. Κι αυτό ήταν πολύ φυσικό, για έναν άνθρωπο που βρισκότανε τις περισσότερες ώρες στην ταβέρνα, για έναν άνθρωπο που αντιπαθούσε τη δουλειά. "Γιατί να δουλέψω εγώ, αφού δουλεύει το μυαλό μου;", έλεγε ο Ψευτοθόδωρος, ομολογώντας το "κoυσoύρι" του.

Τα κατορθώματά του, οι φάρσες του και τα ανέκδοτα του, έμειναν όπως και το «παρατσούκλι" του παροιμιώδη.

Μεσημέρι, ο Ψευτοθόδωρος πιάνει έγκαιρα το πόστο του δίπλα από το φούρνο και περιμένει το θύμα του. Σε λίγο, να κι ο μικρός του Καπιτσίνη (κάτοικος αρκετά πλούσιος της Αθήνας).

- Έλα δω! του λέει ο Ψευτοθόδωρος...
- Τι θες, μπάρμπα; τον ρώτησε ο μικρός.
- Πόσα σου 'δωσαν, για να πάρεις το γκιουβέτσι;
- Μια δεκάρα!
- Φέρ' την εδώ και τράβα να πεις στην κυρά σου να σου δώσει ακόμη μια πεντάρα, γιατί ακρίβυναν τα ψηστικά για το γκιουβέτσι... και να 'ρθεις σ' ένα τέταρτο, γιατί δεν είναι έτοιμο ακόμη...

Ο αφελής μικρός, που δε γνώριζε τον Ψευτοθόδωρο, αλλά και που δεν είχε κανέναν λόγο να μην τον πιστέψει, γιατί έξω από τον φούρνο, καθώς τον είδε, τον πέρασε για φούρναρη, του έδωσε τη δεκάρα που κρατούσε για τα ψηστικά και έφυγε, για να πάει να φέρει τα «ρέστα».

Ο Ψευτοδόδωρος, τέλειος στρατηγός, φρόντισε, αυτή η σκηνή να γίνει σχεδόν έξω οπό την πόρτα, ώστε να δει ο αληθινός φούρναρης, ότι είχε πάρε - δώσε με το μικρό του Καπιτσίνη. Έπειτα μπήκε στο φούρνο. Πέταξε τη δεκάρα επάνω στον μπάγκο και είπε:

- Το γκιουβέτσι του Καπιτσίνη...

Ο φούρναρης δεν πονηρεύτηκε και του το έδωσε. Το πήρε τότε ο καλός μας και το πήγε κατ' ευθείαν στην ταβέρνα, για να το φάει με την παρέα του. Το νόστιμο δε είναι, πως εκείνη την ώρα πέρναγε από την ταβέρνα και ο Καπιτσίνης και ο Ψευτοθόδωρος τον προσκάλεσε να πάρει μεζέ...

- Σ' ευχαριστώ, είπε, κι εγώ γκιουβέτσι έχω και πάω τώρα για φαΐ...

Κι ένα από τ' ανέκδοτά του:

Κάποιος από την παρέα τους έλεγε:

- Που λέτε, ξέρω έναν που μπορεί να σκίσει με τα χέρια του τέσσερις τράπουλες μαζί.
- Μπα, λέει ο άλλος. Αυτό δεν είναι τίποτα. Εγώ ξέρω κάποιον που σπάει με τη γροθιά του ένα μαρμάρινο τραπέζι..

Ο Ψευτοθόδωρος άκουγε. Κι έπειτα πολύ σοβαρός είπε:

Κάτι τρέχει στα γύφτικα. Εγώ έχω έναν ξάδερφο, που σταματάει το τρένο με το ένα του χέρι.

- Τι λες; τον ρώτησαν με θαυμασμό οι φίλοι του και πώς τα καταφέρνει;

- Είναι οδηγός στο σιδηρόδρομο του Πειραιώς ...

Αυτός με λίγα λόγια ήταν ο Ψευτοθόδωρος.
από το βιβλίο του Τάκη Νατσούλη "Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις", εκδόσεις Σμυρνιωτάκη, Δεκέμβριος 2007, Αθήνα

Αυτά μου φαίνονται αλαμπουρνέζικα
Η έκφραση "αυτά μου φαίνονται αλαμπουρνέζικα" αποτελεί μια σύγχρονη δημώδη ελληνική έκφραση που χρησιμοποιείται ευρύτατα προς χαρακτηρισμό ακατάληπτων εννοιών, φράσεων και ασυναρτησιών στο λόγο. Χρησιμοποιείται επίσης και σε χαρακτηρισμό δυσανάγνωστων γραφικών χαρακτήρων.

Για την προέλευση της λέξης έχουν εκφραστεί διάφορες θεωρίες, καμιά από τις οποίες δεν είναι πειστική. Στο λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Μπαμπινιώτη) αναφέρονται τρεις εκδοχές:
  • αλα-Μπουρνέζικα, "στη γλώσσα της φυλής Μπουρνού (Σουδάν)", επομένως ακατανόητα λόγια
  • αλιβορνέζικα, πράγματα θαυμαστά από το Λιβόρνο της Ιταλίας
  • από το ιταλικό alla burla (στα αστεία) και την ελληνική κατάληξη -έζικα (εγγλέζικα κλπ). Εξ ου και το "αρλούμπα".
Η έκφραση αυτή συναντάται σε πολλές άλλες γλώσσες με παραλλαγές. Οι γνώστες της αγγλικής θα γνωρίζουν την έκφραση "That's Greek to me" "It's (all) Greek to me", επί λέξη μετάφραση, "Μου ακούγονται Ελληνικά".

Η έκφραση στα Αγγλικά προέρχεται από μια απευθείας μετάφραση της λατινικής έκφρασης "Graeca sunt, non leguntur" (Είναι ελληνικά, δεν διαβάζονται).

Αξίωμα που γεννήθηκε στο μεσαίωνα, όταν τα (αρχαία) ελληνικά δεν μπορούσαν να τα διαβάσουν και να τα καταλάβουν ούτε οι (λατινομαθείς) λόγιοι της εποχής.

Η χρήση της στα αγγλικά πηγαίνει πίσω στα πρώτα χρόνια μετά τον Μεσαίωνα, ειδικότερα μετά την υιοθέτηση της στο έργο "Ιούλιος Καίσαρας" του Σαίξπηρ, όπου ο Σερβίλιος Κάσκα μιλάει με τον Κάσσιο μετά από ένα φεστιβάλ στο οποίο ο Καίσαρας του προσέφερε ένα στεφάνι:

"CASSIUS: Did Cicero say any thing?
CASCA: Ay, he spoke Greek.
CASSIUS: To what effect?
CASCA: Nay, an I tell you that, I'll ne'er look you i' the face again: but those that understood him smiled at one another and shook their heads; but, for mine own part, it was Greek to me."
(William Shakespeare, The Tragedy of Julius Caesar (1599))
Η συγκεκριμένη έκφραση υπάρχει και σε άλλες γλώσσες με την ίδια διατύπωση:
Αφρικάανς: Dis Grieks vir my
Νορβηγικά: Det er helt gresk for meg
Πορτογαλικά: Isto é grego para mim
Σουηδικά: Det är rena grekiskan
Πως πήρε το όνομα της η πάστα "Σεράνο"
Ροζίτα Σεράνο, το αηδόνι της Χιλής
Τη δεκαετία του '50 και στις αρχές της δεκαετίας του '60 εμφανιζόταν στην Αθήνα η υψίφωνος Ροζίτα Σεράνο. Με καταγωγή από τη Χιλή, η Σεράνο εργαζόταν για αρκετό καιρό στο καμπαρέ «Στρέλνα» στην οδό Φιλελλήνων, και συνεργάστηκε δισκογραφικά με τον Γιάννη Σπάρτακο και άλλους συνθέτες του ελαφρου κυρίως τραγουδιού.

Η Ροζίτα, εκτός από τις πολυ σπουδαίες φωνητικές ικανότητες που διέθετε, ήταν και μια γυναίκα με ισχυρή προσωπικότητα και ταμπεραμέντο.

Εκείνο όμως που εντυπωσίαζε τους άντρες και έτρεχαν να τη δουν ήταν το σοκολατένιο χρώμα του κορμιού της (Ένας από τους φανατικους θαυμαστές της υπήρξε και ο Γεώργιος Παπανδρέου). Ένα χρώμα τόσο εντυπωσιακό, που ενέπνευσε τους ζαχαροπλάστες κάποιου ζαχαροπλαστείου της οδού Φωκίωνος Νέγρη στην Κυψέλη, όπου η Ροζίτα επισκεπτόταν συχνά, να δώσουν τ' όνομά της σε ένα καινούργιο για τότε είδος πάστας, τη γνωστή σε όλους μας πάστα «Σεράνο». Από τη Χιλιανή τραγουδίστρια λοιπόν Ροζίτα Σεράνο πήρε την ονομασία της η ομωνυμη πάστα.



από το βιβλίο του Ηρακλή Ευστρατιάδη "μία Ιστορία...ένα Τραγούδι...", εκδόσεις Μιχάλης Τουμπής ΑΕ, Αθήνα 2007


«Κατά φωνή κι ο γάιδαρος»
Ένα από τα πιο συμπαθητικά ζώα είναι και ο γάιδαρος. Από αρχαιότατα χρόνια, οι άνθρωποι τον αγαπούσαν, όχι μόνο για την υπομονή, που δείχνει στις πιο βαριές δουλειές, αλλά και για την αντοχή του. Οι Φαραώ του 40ού αιώνα είχαν γαϊδάρους εξημερωμένους, που τους χρησιμοποιούσαν με τον ίδιο τρόπο που τους χρησιμοποιούμε κι εμείς σήμερα. Οι αρχαίοι τους θεωρούσαν σαν σύμβολο πολλών αρετών και σαν ιερά ζώα. Όταν ένας γάιδαρος φώναζε, προτού αρχίσει μια μάχη, νόμιζαν ότι οι θεοί τους προειδοποιούσαν για τη νίκη. Κάποτε ο Φωκίωνας ετοιμαζόταν να επιτεθεί στους Μακεδόνες του Φιλίππου, αλλά δεν ήταν και τόσο βέβαιος για το αποτέλεσμα, επειδή οι στρατιώτες του ήταν λίγοι. Τότε αποφάσισε ν' αναβάλει για μερικές μέρες τη επίθεση, ώσπου να του στείλουν τις επικουρίες, που του είχαν υποσχεθεί οι Αθηναίοι. Πάνω, όμως, που ήταν έτοιμος να διατάξει υποχώρηση, άκουσε ξαφνικά τη φωνή ενός γαϊδάρου από το στρατόπεδό του.
- Κατά φωνή κι ο γάιδαρος! έκανε ενθουσιασμένος ο Φωκίωνας.
Και διέταξε ν' αρχίσει η επίθεση, με την οποία νίκησε τους Μακεδόνες. Από τότε ο λόγος έμεινε, και τον λέμε συχνά, όταν βλέπουμε ξαφνικά κάποιο φίλο μας, που δεν τον περιμέναμε.

«Κουκιά μετρημένα»
Στα πολύ παλιά χρόνια χρησιμοποιούσαν τα κουκιά για ψήφους. Έτσι, μετά την ψηφοφορία τα κουκιά έπρεπε να είναι μετρημένα.
Αλλά και κατά την πολιορκία της Αθήνας από το Δημήτριο τον Πολιορκητή παρατηρήθηκε, όπως σε κάθε πολιορκία, έλλειψη τροφίμων. Τότε, λέγεται ότι ο Επίκουρος έθρεψε τους μαθητές του με «κουκιά μετρημένα», σύμφωνα με αυτά που είχε.

(Από το βιβλίο του Τάκη Νατσούλη «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις») 

Όλα τα' χει η Μαριορή ο φερετζές της λείπει
Στα χρόνια του βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα, είναι γνωστό πως η Αθήνα ήταν μια μικρή πόλη, που κάθε άλλο παρά με τη σημερινή έμοιαζε.

Κοντά σε όλες τις ελλείψεις και η ψυχαγωγία ήταν περιορισμένη και θα ήταν πολύ τυχερός κανείς, εάν κατάφερνε να τον προσκαλέσουν στις λιγοστές κοσμικές συγκεντρώσεις που γινόταν. Το εισιτήριο για τα κοσμικά σαλόνια δεν μπορεί να πει κανείς πως ήταν πολύ δύσκολο.

Δεν είχε, βλέπετε ακόμα διαμορφωθεί ο κύκλος της καλής τάξης, γιατί το χρονικό διάστημα από την απελευθέρωση δεν ήταν και μεγάλο.

Βέβαια, δεν ήταν και πολύ εύκολο να βρίσκεται κανείς σε μια δεξίωση του Αντιβασιλιά Άρμανσμπεργκ. Σε μια από αυτές τις συγκεντρώσεις βρισκότανε και ο Κωλέττης, που όταν τον ρώτησαν τι γνώμη έχει για το αραχνοΰφαντο μαύρο βέλο, που φορούσε στο πρόσωπο της η εύθυμη χήρα των σαλονιών και της αποψινής συγκέντρωσης Μαριορή - Ζαφειρίτσα Κοντολέοντος, απάντησε "Έτσι δε θα φαίνεται όταν θα .... κοκκινίζει καμιά φορά αν .... (και συμπλήρωσε) : Μωρέ όλα τα' χει η Μαριορή ο φερετζές της λείπει".

Ο ένας λέει το μακρύ του και ο άλλος το κοντό του
Αυτή τη φράση τη λέμε για δύο πρόσωπα που δεν μπορούνε να συμφωνήσουν, να αποφασίσουν και προέρχεται από τα παιδικά παιχνίδια.
Πολλές φορές τα παιδιά όταν παίζουν κρυφτό ή κυνηγητό, προκειμένου να αποφασίσουν ποιος θα τα κάνει, παίρνουν δύο ξυλαράκια διαφορετικού μήκους το κάθενα και αυτός που τα κρατάει, τα δείχνει στους άλλους δύο από την άλλη μεριά, έχοντας τις άκρες τους ίσες. Τότε τραβάνε και αναγκαστικά ο ένας θα τραβήξει το κοντό και ο άλλος το μακρύ.

Υπάρχουν τώρα και οι εκδοχές κατά τις οποίες η φράση ο άλλος το μακρύ του και ο άλλος το κοντό του, λέγεται γι αυτούς που έχουν διαφορετική γνώμη, κι ο ένας το περιγράφει σαν μακρύ και ο άλλος σαν κοντό. Κατά την άλλη εκδοχή η πλήρης φράση θα έπρεπε να είναι ο ένας λέει το μακρύ του λόγο και ο άλλος τον κοντό του κι έτσι δε συνεννοούνται. Ανεξάρτητα, όμως του ότι ποτέ δεν λέμε όταν συζητάμε, ότι λέω το μακρύ μου ή τον κοντό μου λόγο, υπάρχει και το ουδέτερο κοντό, που ναι μεν προσαρμόζεται στο κοντό ξυλαράκι, όχι όμως και προς τον αρσενικού γένους λόγο.

Ότι γράφει δεν ξεγράφει
Ήταν η εποχή, που ο Πόντιος Πιλάτος είχε παραδώσει στους Αρχιερείς τον Ιησού Χριστό, για να σταυρωθεί.
Είχε δώσει ακόμη την εντολή να γραφούν πάνω στο σταυρό τα τέσσερα αρχικά γράμματα (Ι.Ν.Β.Ι) που σήμαιναν, Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς Ιουδαίων.

Οι γραμματείς, όμως των Ιουδαίων παρουσιάστηκαν σε αυτόν, ζητώντας να αφαιρεθούν τα πρώτα γράμματα. Ο πιλάτος, όμως αρνήθηκε κατηγορηματικά με τη δήλωση "ο γέγραφα, γέγραφα". Η φράση αργότερα επικράτησε με την παραποίηση "Ο γέγραφε, γέγραφε" και "επί το δημοτικότερον" "Ότι γράφει δεν ξεγράφει".

Ο παπάς ευλογάει πρώτα τα γένια του
Ο λαός που τα βλέπει όλα και τίποτα δεν αφήνει, που να μην το σχολιάσει κι εδώ, παρατήρησε πως ο παπάς, όταν αρχίζει τη λειτουργία με το "Ευλογητός ο Θεός" κάνει το σταυρό του και ύστερα από συνήθεια, βάζει το χέρι του στο στήθος, εκεί όπου καταλήγουν και τα γένια του.

Ο λαός, λοιπόν νομίζει πως με την κίνηση αυτή, ο παπάς ευλογάει και τα γένια του. Έτσι η έκφραση αυτή μας τη μεταφέρανε στην καθημερινή ζωή και τη μεταχειριζόμαστε για τους συμφεροντολόγους.

Πήγαν για μαλλί και βγήκαν κουρεμένοι
Μια από τις πιο σκοτεινές εποχές που έζησε η Ελλάδα, ήταν όταν στα παράλια της έκαναν επιδρομές οι διάφοροι πειρατές, προπάντος, όμως οι Αλγερινοί που περνούσαν από το μαχαίρι όλα τα γυναικόπαιδα ή άρπαζαν τις όμορφες κοπέλες, για να τις πουλήσουν στα σκλαβοπάζαρά τους.

Στη Μήλο υπήρχαν τότε μεγάλα εργαστήρια ταπητουργίας, που έφτιαχναν χαλιά με ωραιότατα σχέδια με ένα ειδικό μαλλί. Τα χαλιά αυτά τα πουλούσαν πανάκριβα στους διάφορους πλούσιους της Πόλης, της Κύπρου ή της Βενετίας. Την εποχή εκείνη δρούσε στο Αιγαίο ένας φοβερός κουρσάρος, ο Αλή Μεμέτ Χαν. Μια νύχτα, βγήκε με τα παλικάρια του στη Μήλο, για να την κουρσέψει.
Οι πειρατές μπήκαν και στα εργαστήρια των χαλιών, που βρίσκονταν εκεί. Οι νησιώτες, όμως του πήραν είδηση, τους κύκλωσαν και του έπιασαν χωρίς αιματοχυσία. Αντί να τους σκοτώσουν, όμως τους ξύρισαν το κεφάλι και τα γένια και τους έστειλαν δώρο στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου.

Από τότε έμεινε και ο λόγος που λέμε συχνά και σήμερα "Πήγαν για μαλλί και βγήκαν κουρεμένοι".

ΤΑ ΚΡΕΜΑΣΕ ΣΤΟΝ ΚΟΚΟΡΑ
Οι αρχαίοι αγαπούσαν και αυτοί τα τυχερά παιχνίδια, όπως τα κότσια
( ζάρια), αλλά και τα στοιχήματα στις κοκορομαχίες (αλεκτρυονομαχίαι). Όπως συμβαίνει και σήμερα κυρίως στην Ασία, έβαζαν δύο κοκόρια να μαλώσουν και άρχιζαν τα στοιχήματα, για τον νικητή. Έτσι, πάνω στα κοκόρια στοιχηματίζοντας, κρεμούσαν πολλές φορές ακόμα και ολόκληρες περιουσίες. Στον κόκορα κρεμούσαν τα χρήματά τους και όπως συμβαίνει συνήθως με τους παίχτες, τα έχαναν. Από τα αρχαία λοιπόν
χρόνια, και από τις κοκορομαχίες, μας έμεινε και η φράση «τα κρέμασε στον κόκορα », που λέμε μέχρι και σήμερα με την ίδια σημασία.
.
ΔΕ ΜΥΡΙΣΑ ΤΑ ΝΥΧΙΑ ΜΟΥ
Στην αρχαία Ελλάδα πριν αθλητές μπουν στο στίβο, πολλοί από τους θεατές έβαζαν μεγάλα στοιχήματα, για τον νικητή, όπως γίνεται σε πολλές περιπτώσεις και σήμερα. Πολλοί ακόμη πήγαιναν στα διάφορα μαντεία, για να μάθουν το νικητή. Οι «μάντισσες», «βουτούσαν» τότε τα νύχια τους σ ένα υγρό, από δαφνέλαιο, ύστερα τα έβαζαν κοντά στη μύτη τους κι έπεφταν σ ένα είδος καταληψίας. Τότε ακριβώς έλεγαν και το όνομα του νικητή. Από το περίεργο αυτό γεγονός έμεινε ως τα χρόνια μας η φράση: «δε μύρισα τα νύχια μου», που τη λέμε συνήθως, όταν μας ρωτούν για κάποιο γνωστό συμβάν, το οποίο εμείς δεν έχουμε μάθει.


ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ ΛΑΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ

Στον καθημερινό μας λόγο χρησιμοποιούμε διαχρονικές φράσεις λαϊκής σοφίας, την προέλευση των οποίων οι περισσότεροι δεν γνωρίζουμε. Οι φράσεις αυτές κρύβουν μία μικρή ιστορία, με άγνωστους σε εμάς πρωταγωνιστές, η οποία αφενός έχει κάτι να μας διδάξει, και αφετέρου απεικονίζει γλαφυρά τον τρόπο ζωής και δράσης των ανθρώπων μίας άλλης εποχής.
Στις περισσότερες των περιπτώσεων η λαϊκή αυτή σοφία, έχει τις ρίζες της στην Αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο, αποδεικνύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την συνέχεια του Ελληνισμού, εφόσον τις ίδιες φράσεις χρησιμοποιούμε και σήμερα.
Οι άνθρωποι μπορεί να αλλάζουν ανάλογα με τις εποχές, ταυτόχρονα όμως, εύκολα διαπιστώνει κανείς, πως στην πραγματικότητα μοιραζόμαστε διαχρονικά τα ίδια πάθη, φόβους, ανησυχίες και ελπίδες.

ΧΤΥΠΑ ΞΥΛΟ

«Απτεσθαι ξύλου», έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες. Λόγω της πεποίθησης τους πως στα δένδρα κατοικούσαν νύμφες (Δρυάδες/Αμαδρυάδες) χτύπαγαν το ξύλο του κορμού των δένδρων για να επικαλεστούν την προστασία τους, καθώς οι νύμφες μπορούσαν να πραγματοποιήσουν τις ευχές των ανθρώπων. Αυτή η συνήθεια συνηθίζεται ακόμα και σήμερα, όταν ακούμε κάτι το οποίο δεν θέλουμε να μας συμβεί…

ΙΔΟΥ Η ΡΟΔΟΣ, ΙΔΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ

Η παροιμιώδης αυτή έκφραση, προέρχεται από τον μύθο του Αισώπου, «Ανήρ κομπαστής», και χρησιμοποιείται για όσους καυχιούνται για κάτι και το υποστηρίζουν, αλλά αδυνατούν να αποδείξουν τα λεγόμενά τους. Σύμφωνα με τον μύθο, ένας αθλητής που βρισκόταν στην Αθήνα καυχιόνταν συνέχεια ότι σε αγώνες στην Ρόδο είχε πραγματοποιήσει ένα τεράστιο άλμα. Καθώς δεν τον πίστευε κανείς, αυτός έλεγε στους Αθηναίους να πάνε στη Ρόδο και να ρωτήσουν τους θεατές των αγώνων. Τότε ένας Αθηναίος πήγε στο σκάμμα, και με το χέρι έγραψε πάνω στην άμμο τη λέξη «Ρόδος». Κατόπιν γύρισε προς τον καυχησιάρη αθλητή και του είπε: «Αυτού γαρ και Ρόδος και πήδημα», το οποίο έχει μείνει ως «ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα». Το προφανές νόημα είναι ότι ο καθένας έχει οποτεδήποτε την δυνατότητα να αποδείξει τις δυνατότητές του και δεν χρειάζεται η επίκληση μυθικών προγόνων, κατορθωμάτων κτλ.

ΜΗ ΜΟΥ ΤΟΥΣ ΚΥΚΛΟΥΣ ΤΑΡΑΤΤΕ.Όταν οι Ρωμαίοι κυρίευσαν τις Συρακούσες το 212 π.Χ., μετά από τριετή αντίσταση των Ελλήνων, κάποιοι Ρωμαίοι στρατιώτες μπήκαν στο σπίτι του Αρχιμήδη, και τον βρήκαν να σχεδιάζει κύκλους στο έδαφος. Ο Αρχιμήδης τους παρακάλεσε να τον αφήσουν να τελειώσει τη λύση κάποιου σπουδαίου προβλήματος που τον απασχολούσε, εξού και οι κύκλοι στο έδαφος. Για αυτό και τους είπε το γνωστό «μη μου τους κύκλους τάραττε». Ο Ρωμαίος στρατιώτης όμως δυστυχώς και τους κύκλους του χάλασε, και τον Αρχιμήδη σκότωσε…!!!! Η φράση όμως έμεινε…


ΚΟΡΑΚΙΑΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΨΑ.

Φράση που προέρχεται από έναν αρχαιοελληνικό μύθο. Σύμφωνα με αυτόν, σε κάποια μικρή ορεινή πόλη της αρχαίας Ελλάδας, οι κάτοικοι αποφάσισαν κάποτε να κάνουν μια θυσία στο θεό Απόλλωνα. Το νερό όμως που θεωρούσαν ιερό και το χρησιμοποιούσαν στις θυσίες , βρίσκονταν ανάμεσα σε δύσβατα φαράγγια. Έπρεπε λοιπόν για αυτή τη σημαντική θυσία να στείλουν κάποιον σε αυτή τη δύσκολη και ανηφορική διαδρομή, για να φέρει το «ιερό» νερό. Ξαφνικά, ακούστηκε μια φωνή από ένα δέντρο εκεί κοντά. Ήταν η φωνή ενός κόρακα ο οποίος προσφερόταν να αναλάβει το συγκεκριμένο εγχείρημα. Παρά την έκπληξη που ένιωσαν οι κάτοικοι ακούγοντας τη φωνή του κόρακα, αποφάσισαν να του αναθέσουν την αποστολή, μιας και με τα φτερά του θα έφτανε γρήγορα και εύκολα στην πηγή που έτρεχε το «ιερό» αυτό νερό. Έδωσαν λοιπόν, οι άνθρωποι στον κόρακα μια μικρή υδρία, αυτός την άρπαξε με τα νύχια του και πέταξε στον ουρανό με κατεύθυνση την πηγή. Ο κόρακας έφτασε γρήγορα στην πηγή. Πλάι της αντίκρισε μια συκιά γεμάτη σύκα, και λιχούδης καθώς ήταν άρχισε να δοκιμάζει μερικά σύκα. Τα σύκα όμως ήταν άγουρα, και ο κόρακας αποφάσισε να περιμένει μέχρι να ωριμάσουν, ξεχνώντας όμως την αποστολή που είχε αναλάβει για λογαριασμό των ανθρώπων. Περίμενε τελικά δύο ολόκληρες μέρες ώσπου τα σύκα ωρίμασαν. Έφαγε πολλά μέχρι που κάποια στιγμή θυμήθηκε τον πραγματικό λόγο για τον οποίο είχε έρθει στην πηγή. Άρχισε να σκέφτεται λοιπόν, πώς θα δικαιολογούσε την αργοπορία του στους κατοίκους της πόλης. Τελικά γέμισε με νερό τη μικρή υδρία, άρπαξε με το ράμφος του ένα μεγάλο φίδι το οποίο διέκρινε να κινείται κοντά στους θάμνους και πέταξε για την πόλη.
Όταν ο κόρακας έφτασε στην πόλη, οι κάτοικοι θέλησαν να μάθουν το λόγο για τον οποίο άργησε να επιστρέψει με το νερό από την πηγή. Ο κόρακας αφού άφησε κάτω την υδρία και το φίδι, και ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο φίδι ρουφούσε το νερό από την πηγή, με αποτέλεσμα αυτή να αρχίσει να ξεραίνεται. Έπειτα τους είπε πως όταν το φίδι αποκοιμήθηκε, αυτός γέμισε την υδρία με το νερό και γράπωσε και το φίδι για να το παρουσιάσει στους κατοίκους. Οι άνθρωποι τον πίστεψαν και σκότωσαν το φίδι χτυπώντας το με πέτρες και ξύλα.
Όμως, το φίδι αυτό ήταν του θεού Απόλλωνα, και ο θεός του φωτός οργισμένος αποφάσισε να τιμωρήσει τον κόρακα για το ψέμα του. Έτσι από εκείνη την ημέρα, κάθε φορά που ο κόρακας προσπαθούσε να πιει νερό από κάποια πηγή, αυτή στέρευε. Κράτησε πολύ καιρό το μαρτύριο αυτό της δίψας του κόρακα, μέχρι που ο Απόλλωνας τον λυπήθηκε και τον έκανε αστέρι στον ουρανό. Από τότε, όταν κάποιος διψούσε πολύ, έλεγε τη φράση « Κοράκιασα από τη δίψα ». Και αυτή η φράση έχει παραμείνει ως τις μέρες μας.


Ο ΚΛΕΨΑΣ ΤΟΥ ΚΛΕΨΑΝΤΟΣ

Αρχαία ελληνική έκφραση, (Αλωπεκίζειν προς ετέρα αλώπεκα). Παροιμία που λεγόταν για τους απατεώνες και μάλιστα σε περιπτώσεις που κάποιος εξ αυτών, επιχειρούσε να εξαπατήσει άλλον απατεώνα.

ΦΟΒΟΥ ΤΟΥΣ ΔΑΝΑΟΥΣ ΚΑΙ ΔΩΡΑ ΦΕΡΟΝΤΑΣ

Φράση που χρησιμοποιείται για να υποδείξει δολιότητα. Κατά την διάρκεια του Τρωικού πολέμου, O Λαοκόων ένας από τους Τρώες ιερείς του Θυμβραίου Απόλλωνα, προειδοποίησε τους συμπατριώτες του Τρώες, (μάταια) να μη δεχθούν το δώρο που πρόσφεραν οι Έλληνες -οι Δαναοί- στους Τρώες, όταν υποτίθεται ότι αποφάσισαν να τερματίσουν την πολιορκία τους. To προκείμενο δώρο ήταν, εννοείται, ο Δούρειος ίππος. Δώρο που αποδείχθηκε θανάσιμο και καταστροφικό για τους Τρώες, και την αγαπημένη τους πόλη, την Τροία.

ΚΑΒΑΛΗΣΕ ΤΟ ΚΑΛΑΜΙ

Είναι μια έκφραση που ίσως προέρχεται από την Αρχαία Ελλάδα. Οι Σπαρτιάτες το έλεγαν για να πειράξουν τον Αγησίλαο. Ο Αγησίλαος αγαπούσε πολύ τα παιδιά του και όταν ήταν μικρά έπαιζε μαζί τους, καβαλώντας σαν σε άλογο, ένα καλάμι. Κάποια μέρα όμως τον είδε ένας φίλος του σε αυτή την στάση και ο Αγησίλαος τον παρακάλεσε να μην πει τίποτα σε κανέναν. Αλλά εκείνος δεν κράτησε τον λόγο του και το είπε σε άλλους, για να διαδοθεί σιγά – σιγά σε όλους και να φθάσει στις μέρες μας, με αλλαγμένη την ερμηνεία του (το λέμε όταν θέλουμε να πούμε για κάποιον ότι πήραν τα μυαλά του αέρα).

ΣΕ ΤΡΩΕΙ Η ΜΥΤΗ ΣΟΥ, ΞΥΛΟ ΘΑ ΦΑΣ

Στην αρχαία Ελλάδα πίστευαν πως ο «κνησμός», η φαγούρα, δηλαδή, του σώματος, ήταν προειδοποίηση των Θεών. Πίστευαν πως όταν ένας άνθρωπος αισθανόταν φαγούρα στα πόδια του, θα έφευγε σε ταξίδι. Όταν πάλι τον έτρωγε η αριστερή του παλάμη, θα έπαιρνε δώρα. Η πρόληψη αυτή έμεινε ως τα χρόνια μας. «Με τρώει το χέρι μου χρήματα θα πάρω», συνηθίζουμε να λέμε όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Οι αρχαίοι όμως, θεωρούσαν γρουσουζιά, όταν αισθανόταν φαγούρα στην πλάτη, στο λαιμό, στα αφτιά και στη μύτη. Κάποτε για παράδειγμα, ο βασιλιάς της Σπάρτης Άγις, ενώ έκανε πολεμικό συμβούλιο με τους αρχηγούς του, είδε ξαφνικά κάποιον από αυτούς να ξύνει αφηρημένος το αφτί του. Αμέσως σηκώθηκε πάνω και διέλυσε το συμβούλιο.- Θα έχουμε αποτυχία οπωσδήποτε. Οι θεοί προειδοποίησαν τον Αρίσταρχο. Ας αναβάλουμε για αργότερα την εκστρατεία. Οι Σπαρτιάτες πίστευαν ακόμη ότι τα παιδιά που αισθάνονταν φαγούρα στη μύτη τους, θα γινόντουσαν κακοί πολεμιστές. Έτσι, όταν έβλεπαν κανένα παιδί να ξύνει τη μύτη του, το τιμωρούσαν, για να μην την ξαναξύσει άλλη φορά. Από την πρόληψη αυτή βγήκε η φράση : «η μύτη σου σε τρώει, ξύλο θα φας».

ΠΡΑΣΣΕΙΝ ΑΛΟΓΑ

Όταν κάποιος σε μία συζήτηση μας λεει πράγματα με τα οποία διαφωνούμε ή μας ακούγονται παράλογα, συνηθίζουμε να λέμε: « Τί είναι αυτά που μου λες; Αυτά είναι αηδίες και πράσσειν άλογα».Το «πράσσειν άλογα» λοιπόν, δεν είναι πράσινα άλογα όπως πιστεύει πολύς κόσμος, αλλά αρχαία ελληνική έκφραση.Προέρχεται εκ του ενεργητικού απαρέμφατου του ρήματος «πράττω» ή/και «πράσσω» (τα δύο τ, αντικαθίστανται στα αρχαία και από δύο σ), που είναι το «πράττειν» ή/και «πράσσειν» και του «άλογο» που είναι ουσιαστικά το ουσιαστικό «λόγος» που σημαίνει λογική (σε μία από τις έννοιες του) με το α στερητικό μπροστά. Α-λογο το παράλογο, δηλαδή ,Πράσσειν άλογα, το να κάνει κανείς παράλογα πράγματα.

ΕΝΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙ ΔΕ ΦΕΡΝΕΙ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ

Σ’ έναν από τους μύθους του Αισώπου διαβάζουμε, πως ένας άσωτος και σπάταλος νέος, αφού έφαγε όλη του την περιουσία, δεν του είχε απομείνει παρά ο καινούριος του χονδρός εξωτερικός μανδύας. Κάποια μέρα, λοιπόν, που τυχαία είδε ένα χελιδόνι να πετάει έξω από το παράθυρό του, φαντάστηκε πως ο χειμώνας είχε περάσει και πως ήρθε πια η άνοιξη. Πούλησε τότε και το μανδύα σαν αχρείαστο. Αλλά το χειμωνιάτικο κρύο είχε άλλη γνώμη και ξαναγύρισε την άλλη μέρα πιο τσουχτερό. Οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τη φράση αυτή με τα λόγια: « μία χελιδών έαρ ου ποιεί». Κατά τον Αριστοτέλη: «Το γάρ έαρ ούτε μία χελιδών ποιεί ούτε μία ημέρα». Επίσης, συγγενική είναι η φράση: «Μ’ ένα χελιδόνι, καλοκαίρι δεν κάνει, ούτε μια μέλισσα μέλι» και «μ’ ένα λουλούδι καλοκαίρι δε γίνεται».

ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΙΑ ΔΑΚΡΥΑ
Ο κροκόδειλος όταν θέλει να ξεγελάσει το θύμα του, κρύβεται και βγάζει κάτι παράξενους ήχους, που μοιάζουν καταπληκτικά με κλάμα μωρού παιδιού. Έτσι, αυτοί που τον ακούν, νομίζουν ότι πρόκειται για κάποιο παιδάκι και τρέχουν να το βοηθήσουν… Ο κροκόδειλος τότε επιτίθεται ξαφνικά και σκοτώνει το θύμα του. Στην αρχαία Ελλάδα ο κροκόδειλος ήταν άγνωστος, οι Έλληνες όμως έμαθαν για αυτόν από τους Φοίνικες εμπόρους, που τους γέμιζε με τρόμο και θαυμασμό για την δύναμη και την πανουργία του κροκόδειλου . Έτσι λοιπόν, παρόλο που στην Ελλάδα δεν υπήρχαν κροκόδειλοι, τα «κροκοδείλια δάκρυα», που λέμε σήμερα γι’ αυτούς που ψευτοκλαίνε, είναι φράση καθαρά αρχαία ελληνική.

ΑΡΕΣ ΜΑΡΕΣ ΚΟΥΚΟΥΝΑΡΕΣ
Η Έκφραση προέρχεται από αρχαίες Ελληνικές κατάρες. Στον ενικό η λέξη είναι Κατάρα Κατ-άρα Με την πάροδο των χρόνων για λόγους καθαρά εύηχους και μόνο προσετέθη και το «Μ». Δηλαδή: Κατ-άρα-μάρα. Και έτσι στη νεότερη ελληνική έγινε -αρα-μάρα, άρες μάρες, έβαλαν και την «κούφια» ομοιοκατάληκτη λέξη κουκουνάρες (κούφια δεν είναι τα κουκουνάρια;) και δημιουργήθηκε αυτή η καινούρια φράση! την λέμε όταν θέλουμε να δηλώσουμε πως ακούσαμε κάτι χωρίς νόημα και χωρίς ουσία!



ΑΝΑΓΚΑΙΟ ΚΑΚΟ
Τη φράση αυτή τη βρίσκουμε για πρώτη φορά σ’ ένα στίχο του Μένανδρου (342-291 π.Χ.),που μιλάει για το γάμο. Ο ποιητής γράφει ότι ο γάμος «…εάν τις την Αλήθειαν σκοπή, κακόν μεν εστίν, άλλ’ αναγκαίον κακόν». Δηλαδή: Εάν θέλουμε να το εξετάσουμε στο φως της αλήθειας, ο γάμος είναι μεν ένα κακό, αλλά «αναγκαίον κακόν». Σ’ ένα άλλο απόσπασμα του Μένανδρου διαβάζουμε -ίσως για παρηγοριά για τα παραπάνω- την εξής περικοπή: «Πάντων ιατρός των αναγκαίων κακών χρόνος εστίν». Επίσης: «αθάνατον εστί κακόν αναγκαίον γυνή». Δηλαδή, η γυναίκα είναι το αιώνιο αναγκαίο κακό. 

ΔΕΝ ΙΔΡΩΝΕΙ Τ’ ΑΥΤΙ ΤΟΥ
Την φράση αυτή την χρωστάμε στον πατέρα της Ιατρικής τον Ασκληπιό. Όταν κάποια νεαρή τον ρώτησε, με ποιον τρόπο θα μπορούσε να κάνει τον νεαρό που της άρεσε να την αγαπήσει, αυτός απάντησε : «Να τον κλείσεις σ’ ένα πολύ ζεστό δωμάτιο, την συμβούλευσε, και αν ιδρώσουν τ αφτιά του, θα σ αγαπήσει. Αν δεν ιδρώσουν, μην παιδεύεσαι άδικα». Από την περίεργη αυτή συμβουλή του Ασκληπιού, έμεινε ως τα χρόνια μας η φράση «δεν ιδρώνει τ’ αυτί του», που τη λέμε συνήθως, για τους αναίσθητους και αδιάφορους.

ΔΙΝΩ ΤΟΠΟ ΣΤΗΝ ΟΡΓΗ.
Δώσε τόπο της οργής», φράση που την βρίσκουμε στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή (718): «είκε θυμώ και μετάστασιν δίδου». Αυτά τα λόγια λεει ο Αίμωνας στον πατέρα του τον Κρέοντα , που επιμένει να τιμωρήσει την Αντιγόνη, γιατί δεν υπάκουσε στη διαταγή του και έθαψε τον αδελφό της Πολυνείκη. «Είκε» σημαίνει υποχώρησε, «θυμώ και» αντί «και θυμώ μετάοτασιν δίδου» , δηλαδή, και άλλαξε γνώμη, δηλαδή, δώσε τόπο στην οργή. Στις «Ευμενίδες» του Αισχύλου (847) λεει η θεά Αθηνά στο Χορό (των Ευμενίδων): «οργάς ξυνοίσω σοι γεραιτέρα γαρ ει». Η λ έξη οργή έχει και τη σημασία: διάθεσης, των αισθημάτων, όπως κι εδώ «θα δώσω τόπο στην οργή», θα υποχωρήσω και θα ανεχθώ τις διαθέσεις σου (ξυνοίσω που σημαίνει συνοίσω , μέλλων του συμφέρω, εδώ ανέχομαι, συγχωρώ, υπομένω), γιατί είσαι γεροντότερη (Ευριπ. Ελ. 80, Απόσπ. 31) «οργή είκειν» κ.ά.

ΚΑΛΛΙΟ ΑΡΓΑ ΠΑΡΑ ΠΟΤΕ
Όταν ο Σωκράτης, σε περασμένη πια ηλικία αποφάσισε να μάθει κιθάρα, τον πείραξαν οι φίλοι του, λέγοντας του: «Γέρων ών κίθαριν μανθάνεις;…». Κι ο Σωκράτης τότε απάντησε: «Κάλλιον οψιμαθής ή αμαθής (παραμένειν)».



ΤΟΥ ΠΗΡΕ ΤΟΝ ΑΕΡΑ..
Η έκφραση αυτή έχει παραμείνει από την αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα από τις ναυμαχίες που έδιναν οι αρχαίοι Έλληνες. Οποίος μπορούσε να εκμεταλλευτεί καλύτερα τον αέρα μπορούσε να κινηθεί πιο γρήγορα άρα και να νικήσει. Έτσι οποίος έπαιρνε τον αέρα ήταν και ο νικητής.



ΑΕΡΑ!
Στην αρχαία Ελλάδα, όταν άρχιζε κάποια μάχη, οι πολεμιστές έπεφταν πάνω στον αντίπαλό τους, φωνάζοντας «αλαλά», λέξη που δεν είχε κανένα νόημα, αλλά ήταν απλώς πολεμική κραυγή. Απ’ αυτό, ωστόσο, βγήκε η λέξη «αλαλάζω» και η αρχαία φράση «ήλόλαζον την νίκην». Ο αλαλαγμός χρησιμοποιήθηκε και στους νεότερους πολέμους, τόσο για εμψύχωση των πολεμιστών, ιδίως στις εφόδους, όσο και σαν επωδός της νίκης, αφού αντικαταστάθηκε η λέξη «Αλαλά» με τη λέξη «Aέρα». 

Αλλά ποιο ήταν πάλι το γεγονός εκείνο που έκανε τη λέξη «Αέρα» να επικρατήσει σαν πολεμική κραυγή;
Κατά την πολιορκία των Ιωαννίνων (1912-13), οι οβίδες του εχθρού, που χτυπούσαν εναντίον των οχυρωματικών θέσεων του στρατού μας, δεν έφερναν σχεδόν κανένα αποτέλεσμα, εκτός από το δυνατό αέρα, που δημιουργούσαν ολόγυρα οι εκρήξεις. Σε κάθε τέτοια, λοιπόν, αποτυχημένη βολή, οι Έλληνες στρατιώτες -προπαντός όμως οι θρυλικοί Τσολιάδες- φώναζαν όλοι μαζί «Αέρα!», θέλοντας με τον τρόπο αυτό να εκδηλώσουν τη χαρά τους για την εχθρική αποτυχία (ειπώθηκε για πρώτη φορά από εύζωνα του 1/38 Συντάγματος Ευζώνων). Η λέξη, όμως, «Αέρα» έγινε ένα πραγματικό σύμβολο κατά τον πόλεμο της 28ης Οκτωβρίου 1940.



ΤΑ ΤΣΟΥΞΑΜΕ
Στην αρχαιότητα, υπήρχαν πολλές γυναίκες, που έπιναν πολύ κρασί, ανακατεύοντας το ποτό τους με μια ειδική σκόνη, που έκανε το κρασί να γίνεται πιο πικάντικο. Απ’ αυτό βγήκε και η φράση «τα τσούξαμε».


ΕΣ ΑΥΡΙΟΝ ΤΑ ΣΠΟΥΔΑΙΑ
Αυτή η παροιμιακή φράση είναι του Πλουτάρχου, από το βίο του Πλουτάρχου που αναφέρεται στον Πελοπίδα. Ανήκει στον Θηβαίο στρατηγό Αρχία (4ος αι. π.Χ.), φίλο των Σπαρτιατών, όταν σε ένα συμπόσιο κάποιος του πήγε ένα γράμμα, που περιείχε την πληροφορία ότι κινδύνευε από τους δημοκρατικούς και τον Πελοπίδα που είχε επιστρέψει στη Θήβα από την Αθήνα κρυφά. Βρισκόμαστε στο 379 π.Χ. Ο Αρχίας, πάνω στο γλέντι και μέσα στη χαρά του, πάνω στη μέθη της δύναμής του και της εξουσίας, αμέλησε να το ανοίξει. Αντί να ανοίξει την επιστολή και να τη διαβάσει, την έβαλε στην άκρη λέγοντας «εις αύριον τα σπουδαία», δηλαδή αύριο θα διαβάσω τα σημαντικά πράγματα που περιέχει αυτή η επιστολή. Αυτό ήταν και το λάθος του. Σε λίγο δολοφονήθηκε και αυτός και οι φίλοι του.


ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΟΣ

Με την φράση «από μηχανής θεός» χαρακτηρίζουμε ένα πρόσωπο ή ένα γεγονός, που με την απροσδόκητη εμφάνισή του, δίνει μια λύση ή μια νέα εξέλιξη σε περίπτωση αμηχανίας ή διλήμματος. Η καταγωγή της έκφρασης αυτής, ανάγεται στην αρχαία ελληνική δραματική ποίηση και ειδικότερα στην τραγωδία. Συγκεκριμένα, σε αρκετές περιπτώσεις ο τραγικός ποιητής οδηγούσε σταδιακά την εξέλιξη του μύθου σ’ ένα σημείο αδιεξόδου, με αποτέλεσμα η εξεύρεση μιας λύσης να είναι πολύ δύσκολη, αν όχι αδύνατη. Τότε, προκειμένου το θεατρικό έργο να φτάσει σε ένα τέλος, συνέβαινε το εξής: εισαγόταν στο μύθο ένα θεϊκό πρόσωπο, που με την παρέμβασή του έδινε μια λύση στο αδιέξοδο και το έργο μπορούσε πλέον να ολοκληρωθεί ομαλά. 
Η έκφραση «ο από μηχανής θεός» καθιερώθηκε, επειδή αυτό το θεϊκό πρόσωπο εμφανιζόταν στη σκηνή του θεάτρου με τη βοήθεια της «μηχανής», δηλαδή ενός ξύλινου γερανού, ώστε να φαίνεται ότι έρχεται από ψηλά, ή καμιά φορά από καταπακτή, εάν επρόκειτο για θεό του Άδη . Ουσιαστικά, δηλαδή, πρόκειται για μια περίπτωση επιφάνειας (θεϊκής δηλαδή εμφάνισης στους θνητούς), που συνέβαινε στο τέλος μιας τραγωδίας, διευκολύνοντας τον τραγικό ποιητή να δώσει μια φυσική λύση στο μύθο του έργου του.

ΤΡΩΕΙ ΤΑ ΝΥΧΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΚΑΥΓΑ
Ένα από τα αγαπημένα θεάματα των Ρωμαίων και αργότερα των Βυζαντινών, ήταν η ελεύθερη πάλη. Οι περισσότεροι από τους παλαιστές, ήταν σκλάβοι, που έβγαιναν από το στίβο με την ελπίδα να νικήσουν και να απελευθερωθούν. Στην ελεύθερη αυτή πάλη επιτρέπονταν τα πάντα γροθιές, κλωτσιές, κουτουλιές, ακόμη και το πνίξιμο.Το μόνο που απαγορευόταν αυστηρά ήταν οι γρατσουνιές. Ο παλαιστής έπρεπε να νικήσει τον αντίπαλό του, χωρίς να του προξενήσει την παραμικρή αμυχή με τα νύχια, κάτι που δεν ήταν εύκολο, καθώς τα νύχια των σκλάβων, ήταν μεγάλα και σκληρά από τις βαριές δουλειές που έκαναν.Γι’ αυτό λίγο προτού βγουν στο στίβο, άρχιζαν να τα κόβουν, όπως μπορούσαν, με τα δόντια τους. Από το γεγονός αυτό βγήκε κι η φράση «τρωει τα νύχια του για καβγά».

ΓΙΑ ΨΥΛΛΟΥ ΠΗΔΗΜΑ
Από τον πρώτο αιώνα η επικοινωνία των Ρωμαίων με τον ασιατικό κόσμο, είχε σαν αποτέλεσμα την εισαγωγή πληθώρας γελοίων και εξευτελιστικών δεισιδαιμονιών, που κατέκλυσαν όλες τις επαρχίες της Ιταλίας. Εκείνοι που φοβόντουσαν το μάτιασμα, κατάφευγαν στις μάγισσες, για να τους ξορκίσουν μ’ ένα πολύ περίεργο τρόπο: Οι μάγισσες αυτές είχαν μερικούς γυμνασμένους ψύλλους, που πηδούσαν γύρω από ένα πιάτο με νερό. Αν ο ψύλλος έπεφτε μέσα και πνιγόταν, τότε αυτός που τον μάτιασε ήταν εχθρός. Αν συνέβαινε το αντίθετο -αν δεν πνιγόταν δηλαδή-τότε το μάτιασμα ήταν από φίλο, πράγμα που θα περνούσε γρήγορα. 

Κάποτε μια μάγισσα υπέδειξε σ’ έναν πελάτη της ένα τέτοιο εχθρό με τ’ όνομα του. Εκείνος πήγε, τον βρήκε και τον σκότωσε. Έτσι άρχισε μια φοβερή «βεντέτα» ανάμεσα σε δύο οικογένειες, που κράτησε πολλά χρόνια. Ωστόσο, από το δραματικό αυτό επεισόδιο, που το προξένησε μια ανόητη πρόληψη, βγήκε και έμεινε παροιμιακή η φράση: «Για ψύλλου πήδημα».

ΤΟΥ ΕΔΩΣΕ ΤΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΣΤΟ ΧΕΡΙ
Με τη φράση αυτή εννοούμε ότι κάποιον τον διώχνουμε, τον απολύουμε από τη δουλειά του για διάφορους λόγους. Αυτή η έκφραση ξεκίνησε από ένα παλιό έθιμο, που είχε την πρώτη εφαρμογή του στη Βαβυλωνία. Όταν ο βασιλιάς ήθελε να αντικαταστήσει έναν άρχοντα, είτε γιατί ήταν ανεπαρκής, είτε γιατί με κάποια σφάλματά του είχε πέσει στη δυσμένειά του, του έστελνε ένα ζευγάρι από παλιά παπούτσια με γραμμένο από κάτω το όνομα αυτού που το λάβαινε. Το έθιμο αυτό το πήραν από τους Βαβυλώνιους και οι Βυζαντινοί και το διατήρησαν ως τα τελευταία χρόνια της αυτοκρατορίας. Σχέση έχει και η άλλη φράση που λέμε: «σε γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια». Δηλαδή δεν σε υπολογίζω, δε σου δίνω αξία, σημασία, σε αγνοώ.


Έγινε γλέντι τρικούβερτο 

Δηλαδή, έγινε γλέντι εξαίσιο, υπέροχο. Αυτή η φράση προέρχεται από τα μεγάλα καράβια.
Αυτά είχαν τρεις κουβέρτες (καταστρώματα). Έτσι στη φράση μας για να δηλώσουμε ότι το γλέντι μας ήταν μεγάλο, το παρομοιάσαμε με το μεγάλο καράβι που είχε τρεις κουβέρτες. Άρα θα ήταν πολύ μεγάλο.

2. Καλή σταδιοδρομία
Αυτή η φράση έχει την προέλευσή της από το δρόμο του ενός Σταδίου
των αρχαίων στην Ολυμπία, εκεί που γινόντουσαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες.

3. Πήραν τα μυαλά του αέρα
Μέσα στα όπλα, στις μηχανές και γενικά στα «μέσα» του πολέμου, το "Υγρόν Πυρ" είναι ένα από τα πιο περίεργα και θαυμαστά έργα του ανθρώπου. Την απόκρυφη εφεύρεση την έφερε - καθώς λένε - στο Βυζάντιο, τον έβδομο αιώνα, ένας καλόγερος από τη Συρία, ο Καλλίνικος.
Στην πλώρη κάθε "χελιδονιού" - δηλαδή μεγάλου βυζαντινού πλοίου με τέσσερις σειρές κουπιά - ήταν τοποθετημένη σαν προτομή, το κεφάλι ενός λιονταριού ή άλλου θηρίου ή και ανθρώπου ακόμα, καμωμένο από μπρούντζο, που είχε το στόμα του διαρκώς ανοιχτό.
Το στόμα αυτό επικοινωνούσε με κάτι σωλήνες, από τις οποίες χυνόταν το υγρό - που ήταν μαύρο σαν ακάθαρτο πετρέλαιο - ενώ την ίδια στιγμή, από ένα άλλο σωλήνα στελνόταν με ειδικές φυσούνες άφθονος αέρας, ώστε να μπορεί να τινάζεται μακριά το υγρό.
Τους σωλήνες αυτούς, που επικοινωνούσαν απευθείας με το κεφάλι, οι Βυζαντινοί τους ονόμαζαν "μυελούς".
Από το τελευταίο αυτό, λοιπόν, έμεινε ως τα χρόνια μας η πασίγνωστη φράση "πή ραν ,τα μυαλά του αέρα"

4. Ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται
Η φράση "Ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται", που τη λέμε για τους ανθρώπους εκείνους που δεν τους τρομάζουν οι δυστυχίες, είναι παρμένη από τη ζωή των ναυτικών, που έχουν συνηθίσει στις μεγάλες τρικυμίες. Την έλεγαν, χωρίς καμία παραλλαγή, οι αρχαίοι Έλληνες και οι Βυζαντινοί.

5. Φτου κι απ' την αρχή
Όταν τελείωναν τα παιδιά την καλλιγραφία τους, έδιναν στο δάσκαλο την πλάκα, για να τη διορθώσει. Μετά τη διόρθωση ο δάσκαλος ζητούσε από τα παιδιά να την ξαναγράψουν. Επειδή πολλές φορές δεν είχαν σφουγγάρι, έσβηναν την πλάκα με τα δάχτυλα, αφού προηγουμένως τα έφτυναν. Από τότε επικράτησε η φράση: Φτου κι απ' την αρχή.

6. Απ' έξω και ανακατωτά
Τα παιδιά μάθαιναν να δείχνουν και να λένε απ' έξω την αλφαβήτα. Οι δάσκαλοι, για να πεισθούν πως τα παιδιά την ξέρουν καλά, τους έδειχναν τα γράμματα ανακατωμένα. Από τότε επικράτησε να λέμε γι' αυτόν που γνωρίζει κάτι καλά ότι το ξέρει απ' έξω και ανακατωτά.

7. Έχασε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα
Η φράση ξεκινάει και γίνεται πολύ γνωστή από το παρακάτω τραγούδι, που γράφτηκε για το θρήνο της Πόλης:
«Τ’ απάνω βήμα πάρθηκεν. Το κάτω ποκοιμάται.
Το μεσακό εστράγγισε, παιδιά, πάρθην η Πόλη.
Πήραν την Πόλη! Πήραν την! Πήραν και την Ασία.
Πήραν και την Άγια Σοφιά, το μέγα μοναστήρι.
Με τετρακόσια σήμαντρα, με εξήντα καλογέρους.
Κλαμμός, θραμμός, που γένηκε εκείνην την ημέρα !
Έχασε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα»
Όταν έπεφτε μια πόλη, ύστερα από μεγάλη πολιορκία, οι στρατιώτες που έμπαιναν μέσα νικητές λαφυραγωγούσαν (έπαιρναν σαν λάφυρα) αντικείμενα, αλλά και παιδιά και γυναίκες, που τους
πουλούσαν, και το κέρδος τους ήταν πολύ μεγάλο. Αλλού μαζεύανε τους άντρες, αλλού τις γυναίκες και αλλού τα παιδιά, που, κλαίγοντας, φωνάζαν τους γονείς τους.

8. Πλάκωσε η μαρίδα
Όταν κανείς ψαρεύει και ρίχνει την πετονιά του, πριν προφτάσει να πατώσει το βαρίδι, οι μαρίδες τρέχουν όλες μαζί και τρώνε το δόλωμα.
Έτσι και ο λαός μας ονομάζει μαρίδα τους μικρούς γαβριάδες, που μαζεύονται γύρω από κάθετι που κινεί την περιέργεια τους ή που θα δουν ότι κάτι μπορεί να βγει: "μαζεύτηκε γύρω η μαρίδα".
Κι ακόμα η μαρίδα συναντιέται κοπαδιαστή μέσα στη θάλασσα και όταν οι ψαράδες την αντιληφθούν, φωνάζουν: πλάκωσε μαρίδα και ρίχνουν τα δίχτυα τους.

9. Άλλος πλήρωσε τη νύφη
Στην παλιά Αθήνα του 1843, επρόκειτο να συγγενέψουν με γάμο δύο αρχοντικές οικογένειες: Του Γιώργη Φλαμή και του Σωτήρη Ταλιάνη.
Ο Φλαμής είχε το κορίτσι και ο Ταλιάνης το αγόρι. Η εκκλησία, που θα γινόταν το μυστήριο, ήταν η Αγία Ειρήνη της Πλάκας.
Η ώρα του γάμου είχε φτάσει και στην εκκλησία συγκεντρώθηκαν ο γαμπρός, οι συγγενείς και οι φίλοι τους. Μόνο η νύφη έλειπε. Τι είχε συμβεί; Απλούστατα. Η κοπέλα, που δεν αγαπούσε το νεαρό Ταλιάνη, προτίμησε ν' ακολουθήσει τον εκλεκτό της καρδιάς της, που της πρότεινε να την απαγάγει.
Ο γαμπρός άναψε από την προσβολή, κυνήγησε την άπιστη να την σκοτώσει, αλλά δεν κατόρθωσε να την ανακαλύψει.
Γύρισε στο σπίτι του παρ' ολίγο πεθερού του και του ζήτησε τα δώρα που είχε κάνει στην κόρη του. Κάποιος όρος όμως στο προικοσύμφωνο, έλεγε πως ο,τιδήποτε κι αν συνέβαινε προ ή μετά το γάμο μεταξύ γαμπρού και νύφης "δε θα ξαναρχούτο τση καντοχή ουδενός οι μπλούσιες πραμάτιες και τα τζοβαΐρια όπου ανταλλάξασι οι αρρεβωνιασμένοι". Φαίνεται δηλαδή, ότι ο πονηρός γερο - Φλαμής ήξερε από πριν, τι επρόκειτο να συμβεί γι' αυτό έβαλε εκείνο τον όρο.
Κι έτσι πλήρωσε ο φουκαράς ο Ταλιάνης τα δώρα του άλλου.
Από τότε οι παλαιοί Αθηναίοι, όταν γινόταν καμιά αδικία σε βάρος κάποιου, έλεγαν ότι "άλλος πλήρωσε τη νύφη"

10. Ο παπάς ευλογάει πρώτα τα γένια του
Ο λαός που τα βλέπει όλα και τίποτα δεν αφήνει, που να μην το σχολιάσει κι εδώ, παρατήρησε πως ο παπάς, όταν αρχίζει τη λειτουργία με το "Ευλογητός ο Θεός" κάνει το σταυρό του και ύστερα από συνήθεια, βάζει το χέρι του στο στήθος, εκεί όπου καταλήγουν και τα γένια του.
Ο λαός, λοιπόν νομίζει πως με την κίνηση αυτή, ο παπάς ευλογάει και τα γένια του. Έτσι η έκφραση αυτή μας τη μεταφέρανε στην καθημερινή ζωή και τη μεταχειριζόμαστε για τους συμφεροντολόγους.

11. Σήκωσε δικό του μπαϊράκι
Συχνά, ανάμεσα στους αρματωλούς του 1821, συνέβαιναν πολλά επεισόδια, παρεξηγήσεις και παραστρατήματα, που κατέληγαν τις περισσότερες φορές σε ένα θανάσιμο μίσος μεταξύ τους. Οι διαφορές τους αυτές προέρχονταν κυρίως από το ποιος θα αναλάμβανε το καπετανιλίκι.
Δηλαδή, ποιός θα γινόταν αρχηγός στις διάφορες αντάρτικες ομάδες των βουνών, όταν χήρευε καμιά θέση.
Φυσικά, οι παλιοί αρματωλοί, αδιαφορούσαν για κάτι τέτοια κι έμεναν μακριά από τους καβγάδες. Αλλά οι νεότεροι, που ήθελαν να δείξουν τις ικανότητες τους, επιζητούσαν με κάθε τρόπο να γίνουν αρχηγοί. Έριχναν λοιπόν, κλήρο μεταξύ τους και εκείνος που κέρδιζε, γινόταν αρχηγός της μιας ή της άλλης ομάδας. Αυτοί που έχαναν όμως δεν έμεναν διόλου ευχαριστημένοι.
Έτσι άρχιζαν να βάζουν διαβολές σε βάρος του καινούριου καπετάνιου και πολλές φορές το κατόρθωναν, με τον τρόπο αυτό, να πάρουν με το μέρος τους ορισμένα παλικάρια και να σηκώσουν το δικό τους μπαϊράκι.

Μπαϊράκι στα τούρκικα σημαίνει σημαία. Από τότε έμεινε η φράση "σήκωσε δικό του μπαϊράκι", που τη λέμε για κάποιον που ξεφεύγει από τα καθιερωμένα.

12. Πήγαν για μαλλί και βγήκαν κουρεμένοι
Μια από τις πιο σκοτεινές εποχές που έζησε η Ελλάδα, ήταν όταν στα παράλια της έκαναν επιδρομές οι διάφοροι πειρατές, προπάντος, όμως οι Αλγερινοί που περνούσαν από το μαχαίρι όλα τα γυναικόπαιδα ή άρπαζαν τις όμορφες κοπέλες, για να τις πουλήσουν στα σκλαβοπάζαρά τους.

Στη Μήλο υπήρχαν τότε μεγάλα εργαστήρια ταπητουργίας, που έφτιαχναν χαλιά με ωραιότατα σχέδια με ένα ειδικό μαλλί. Τα χαλιά αυτά τα πουλούσαν πανάκριβα στους διάφορους πλούσιους της Πόλης, της Κύπρου ή της Βενετίας. Την εποχή εκείνη δρούσε στο Αιγαίο ένας φοβερός κουρσάρος, ο Αλή Μεμέτ Χαν. Μια νύχτα, βγήκε με τα παλικάρια του στη Μήλο, για να την κουρσέψει.
Οι πειρατές μπήκαν και στα εργαστήρια των χαλιών, που βρίσκονταν εκεί. Οι νησιώτες, όμως του πήραν είδηση, τους κύκλωσαν και του έπιασαν χωρίς αιματοχυσία. Αντί να τους σκοτώσουν, όμως τους ξύρισαν το κεφάλι και τα γένια και τους έστειλαν δώρο στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου.

Από τότε έμεινε και ο λόγος που λέμε συχνά και σήμερα "Πήγαν για μαλλί και βγήκαν κουρεμένοι".

13. Αλλουνού παπά ευαγγέλιο
Αυτή τη φράση την παίρνουμε από μια Κεφαλλονίτικη ιστορία.
Κάποιος παπάς σε ένα χωριουδάκι της Κεφαλλονιάς, αγράμματος, πήγε να λειτουργήσει σ’ένα άλλο χωριό, γιατί ο παπάς του χωριού είχε αρρωστήσει για πολύν καιρό.
Ο παπάς όμως, στο δικό του ευαγγέλιο, μια και ήταν αγράμματος, είχε βάλει δικά του σημάδια κι έτσι κατάφερνε να το λέει.
Εδώ όμως, στο ξένο ευαγγέλιο, δεν υπήρχαν τα σημάδια, γιατί ο παπάς αυτού του χωριού δεν τα είχε ανάγκη, μια και ήταν μορφωμένος.
Άρχισε, λοιπόν, ο καλός μας να λέει το ευαγγέλιο που λέγεται την Κυριακή του Ασώτου.
Τότε κάποιος από το εκκλησίασμα του φώναξε, «Τί μας ψέλνεις εκεί παπά; Αυτό δεν είναι το σημερινό ευαγγέλιο!…»
«Εμ, τι να κάνω;», απάντησε αυτός, που κατάλαβε το λάθος του και προσπάθησε να το «μπαλώσει» όπως όπως.
«Αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο…».

Από τότε έμεινε αυτή η παροιμιώδης φράση, με την οποία εννοούμε ότι κάτι είναι άσχετο με κάτι άλλο, ή ότι κάποιος είναι αναρμόδιος για κάποιο θέμα.

14. Που σε πονεί και που σε σφάζει
Είναι μια φράση από τις πολλές που μας άφησε ο στρατηγός Μακρυγιάννης. Λέγεται πως από παιδί ο Μακρυγιάννης είχε τρομερή δύναμη.

Κάποτε, λοιπόν γέρος πια ο στρατηγός, χωρίς να το θέλει, σκούντισε κάποιον. Εκείνος παρεξηγήθηκε και ρίχτηκε να χτυπήσει το Μακρυγιάννη, χωρίς βέβαια να ξέρει με ποιόν είχε να κάνει. Ο στρατηγός του ζήτησε τότε συγνώμη, γιατί τον ακούμπησε άθελα του.
Ο παλικαράς, νομίζοντας πως ο γέρος φοβήθηκε, αποθρασύνθηκε. Αλλά ο Μακρυγιάννης, που δεν σήκωνε κάτι τέτοια, τον βούτηξε και τον έκανε του αλατιού λέγοντας του ... Διαόλου ψοφίμι, τώρα θα σου δείξω που σε πονεί και που σε σφάζει.

15. Σιγά τον πολυέλαιο
Βρισκόμαστε στα χρόνια του Όθωνα. Ο Βαυαρός βασιλιάς, που ντυνόταν με φουστανέλες και φέσι και στις πιο επίσημες εμφανίσεις του, μαζί με τη βασίλισσα Αμαλία οργάνωναν συχνά γιορτές στα ανάκτορα.
Η πιο διαλεχτή κοινωνία εκείνον τον καιρό ήταν, βέβαια οι επιζώντες και οι απόγονοι των αγωνιστών του 21, μαζί με τους ξένους αυλικούς, που ήρθαν στην Ελλάδα, συνοδεύοντας τον Όθωνα. Το ότι στους απλούς αυτούς ανθρώπους ήταν άγνωστη η δυτική εθιμοτυπία, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, δε μείωνε καθόλου τη μεγαλοπρέπεια και την ομορφιά των συγκεντρώσεων ούτε την οικειότητα με τους ξένους αξιωματικούς, που ήταν πάντα θαυμαστές της ελληνικής εκδήλωσης.

Το κέφι λοιπόν έφθανε πολύ γρήγορα στο κατακόρυφο με τους ελληνικούς χορούς, που με ζήλο προσπαθούσαν να μάθουν οι ξένοι.
Οι γερο-λεβέντες παλιοί πολεμιστές, στον ενθουσιασμό τους, τραβούσαν κι άδειαζαν προς το ταβάνι τα κουμπούρια τους. Κι ακόμα σε καμιά γυροβολιά, όταν το απαιτούσε η φιγούρα του χορού, έβαζαν και το τσαρούχι, εκσφενδονίζοντας το προς τα πάνω. Αλλα τις αίθουσες των ανακτόρων τις φώτιζαν κρυστάλλινοι πολυέλαιοι κι κηροστάτες. Στο κρίσμο λοιπόν αυτό σημείο ακουγόταν ψιθυριστά μια φιλική παραίνεση κάποιου γνωστού των ανακτόρων προς τον χορευτή "σιγά τον πολυέλαιον".

16. Του μπήκαν ψύλλοι στ’ αφτιά
Οι Βυζαντινοί ήταν άφταστοι στο να εφευρίσκουν πρωτότυπες τιμωρίες.
Όταν έπιαναν κάποιον να κρυφακούει, του έριχναν ζεματιστό λάδι στ’ αφτιά και τον κούφαιναν. Για τους «ωτακουστές» -όπως τους έλεγαν τότε αυτούς- ο αυτοκράτορας lουλιανός αισθανόταν φοβερή απέχθεια.
Μπορούσε να συγχωρέσει έναν προδότη, αλλά έναν «ωτακουστή» ποτέ. Ο ίδιος έγραψε έναν ειδικό νόμο γι’ αυτούς, ζητώντας να τιμωρούνται με μαρτυρικό θάνατο. Μα όταν τον έστειλε στη Σύγκλητο, για να τον εγκρίνει, εκείνη τον απέρριψε, γιατί θεώρησε ότι το αμάρτημα του «ωτακουστή» δεν ήταν και τόσο μεγάλο.
Είπαν δηλαδή -οι Συγκλητικοί- ότι η περιέργεια είναι φυσική στον άνθρωπο και ότι αυτός που κρυφακούει, είναι, απλώς, περίεργος. Μπορεί να κάνει την κακή αυτή πράξη, αλλά χωρίς να το θέλει. Έτσι βρήκαν την ευκαιρία να καταργήσουν και το καυτό λάδι και ζήτησαν να τους επιβάλλεται μικρότερη ποινή.

Ο lουλιανός θύμωσε, μα δέχτηκε να αλλάξουν το σύστημα της τιμωρίας με κάτι άλλο που, ενώ στην αρχή φάνηκε αστείο, όταν μπήκε σε εφαρμογή, αποδείχθηκε πως ήταν αφάνταστα τρομερό.
Έβαζαν δηλαδή στ’ αφτιά του ωτακουστή…ψύλλους! Τα ενοχλητικά ζωύφια, έμπαιναν βαθιά στο λαβύρινθο του αφτιού κι άρχιζαν να χοροπηδούν, προσπαθώντας να βρουν την έξοδο.
Φυσικά, ο δυστυχισμένος που δοκίμαζε αυτή την τιμωρία, έφτανε πολλές φορές να τρελαθεί.
Από τότε, ωστόσο, έμεινε η φράση «του μπήκαν ψύλλοι στ’ αφτιά», που σήμερα έφτασε να σημαίνει, ότι μου μπαίνουν υποψίες στο μυαλό για κάτι.

17. Ακόμα δεν τον είδανε και Γιάννη τον βαφτίσανε
Ο Αγγελάκης Νικηταράς, παράγγειλε κάποτε του Κολοκοτρώνη -που ήταν στενός του φίλος- να κατέβει στο χωριό, για να βαφτίσει το μωρό του.
Ο Νικηταράς τού παράγγειλε ότι το παιδί επρόκειτο να το βγάλουν Γιάννη, αλλά για να τον τιμήσουν, αποφάσισαν να του δώσουν τ’ όνομά του, δηλαδή Θεόδωρο.
Ο θρυλικός Γέρος του Μοριά απάντησε τότε, πως ευχαρίστως θα πήγαινε μόλις θα «έκλεβε λίγον καιρό», γιατί τις μέρες εκείνες έδινε μάχες.

Έτσι θα πέρασε ένας ολόκληρος μήνας σχεδόν κι ο Κολοκοτρώνης δεν κατόρθωσε να πραγματοποιήσει την υπόσχεση που είχε δώσει.
Δεύτερη, λοιπόν, παραγγελία του Νικηταρά. Ώσπου ο Γέρος πήρε την απόφαση και με δύο παλικάρια του κατέβηκε στο χωριό. Αλλά μόλις μπήκε στο σπίτι του φίλου του, δεν είδε κανένα μωρό, ούτε καμμιά προετοιμασία για βάφτιση.

Τι είχε συμβεί: Η γυναίκα του Νικηταρά ήταν στις μέρες της να γεννήσει. Επειδή όμως, ο τελευταίος ήξερε πως ο Γέρος ήταν απασχολημένος στα στρατηγικά του καθήκοντα και πως θ’ αργούσε οπωσδήποτε να τους επισκεφτεί -οπότε θα είχε γεννηθεί πια το παιδi- τού παράγγελνε και τού ξαναπαράγγελνε προκαταβολικά για τη βάφτιση.

Όταν ο Κολοκοτρώνης άκουσε την…απολογία του Νικηταρά, ξέσπασε σε δυνατά γέλια και φώναξε:
- Ωχού! Μωρέ, ακόμα δεν τον είδανε και Γιάννη τον βαφτίσανε!

18. Και οι τοίχοι έχουν αφτιά
Από τα αρχαιότατα χρόνια και ως τον Μεσαίωνα, η άμυνα μιας χώρας εναντίον των επιδρομέων, ήταν κυρίως τα τείχη που την κύκλωναν.
Τα τείχη αυτά χτιζόντουσαν, συνήθως, με τη βοήθεια των σκλάβων και των αιχμαλώτων που συλλαμβάνονταν στις μάχες. Οι μηχανικοί, όμως, ανήκαν απαραίτητα στο στενό περιβάλλον του άρχοντα ή του βασιλιά, που κυβερνούσε τη χώρα.
Τέτοιοι πασίγνωστοι μηχανικοί, ήταν ο Αθηναίος Αριστόθουλος -ένας από αυτούς που έχτισαν τα μεγάλα τείχη του Πειραιά-, ο Λαύσακος, που ήταν στενός φίλος του Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου και ο Ναρσής, που υπηρετούσε κοντά στο Λέοντα τον Σγουρό.

Όταν ο τελευταίος, κυνηγημένος οπό τους Φράγκους κλείστηκε στην Ακροκόρινθο, ο Ναρσής τού πρότεινε ένα σχέδιο φρουρίου, που έγινε αμέσως δεκτό.
Το χτίσιμό του κράτησε ολόκληρο χρόνο κι όταν τέλειωσε, αποδείχτηκε πράγματι πως ήταν απόρθητο.
Στα τείχη του φρουρίου ο Ναρσής έκανε και μια καινοτομία εκπληκτική για την εποχή του. Σε ορισμένα σημεία, τοποθέτησε μερικούς μυστικούς σωλήνες από κεραμόχωμα, που έφταναν, χωρίς να φαίνονται, ως κάτω στα υπόγεια, το οποία χρησίμευαν για φυλακές.
Όταν κανείς, λοιπόν, βρισκόταν πάνω στις επάλξεις του πύργου, από ‘κει ψηλά μπορούσε ν’ ακούσει από μέσα από τους σωλήνες, ό,τι λεγόταν από τους αιχμαλώτους, που ήταν κλεισμένοι εκεί. Ήταν, ας πούμε, ένα είδος…ακουστικών…της εποχής τους. Τότε τα έλεγαν «ωτία».

19. Τον έπιασαν στα πράσα
Μόλις η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, κάποιος Θεόδωρος Καρράς έφτιαξε μια συμμορία κακοποιών, που ρήμαζαν τα σπίτια και τα μαγαζιά.
Η αστυνομία τούς κυνηγούσε να τους πιάσει, μα ποτέ δεν το κατόρθωνε. Ο Καρράς είχε γίνει αληθινό φόβητρο των κατοίκων. Την εποχή εκείνη στην Κολοκυνθού των Αθηνών κατοικούσε ο παπά-Μελέτης, που έλεγαν ότι είχε φλουριά με το τσουβάλι.

Αν και περασμένης ηλικίας, η καταπληκτική του δύναμη έκανε εντύπωση σε όλους. Το σπιτάκι που έμενε, ήταν τριγυρισμένο με περιβόλι από πράσα.
Μια νύχτα ο παπάς πετάχτηκε οπό τον ύπνο του. Του φάνηκε πως είδε στο περιβόλι του κάποια σκιά, που κινούταν ύποπτα μέσο στα πράσα. Άφοβος καθώς ήταν, πήγε προς τα κει και μ’ ένα πήδημα γράπωσε από τον σβέρκο -ποιον άλλον;- τον περίφημο Καρρά, που τον παρέδωσε στην αστυνομία.
Ο κακοποιός ομολόγησε γρήγορα τους συνεργάτες του, που πιάστηκαν κι αυτοί.

Απ’ αυτό το γεγονός προέκυψε και η φράση «τον έπιασαν στα πράσα», που σημαίνει επ’ αυτοφόρω σύλληψη.

20. Κατέβηκε από τα Γκράβαρα
Όταν κάποιος μάς φαίνεται ... ξεροκέφαλος , λέμε συνήθως , ότι " κατέβηκε από τα Κράβαρα " .
Κάποτε αρκετά χρόνια πριν την Επανάσταση του '21 , στη Ναύπακτο , ξεσηκώθηκαν τολμηρά παλικάρια , ανέβηκαν στο βουνό και δημιούργησαν ένα ισχυρό καπετανάτο.

Οι Αρβανίτες τους έτρεμαν. Ωστόσο μια μέρα αποφάσισαν να τους χτυπήσουν με μεγάλες δυνάμεις , για να τους βγάλουν απ' τη μέση .
Αλλά όταν άρχισε η μάχη, οι Έλληνες τούς επιτεθήκανε με καταπληκτική ορμή , φωνάζοντας συγχρόνως : " Στην κάρα βαρήτε ! " .
Η λέξη "κάρα", που σημαίνει κεφάλι, ήταν πολύ της μόδας, παρμένη από τα θρησκευτικά βιβλία. Ο λαός, λοιπόν, όλους αυτούς που φώναζαν "στην κάρα βαρήτε¨ τους ονόμασε τιμητικά - με μια μικρή παραλλαγή "Κραβαρίτες" .
Και με τον καιρό, η Ναύπακτος πήρε την ανεπίσημη ονομασία [Γ]Κράβαρα .

21. Κάνει την πάπια
Στη βυζαντινή εποχή, αυτός που κρατούσε τα κλειδιά του παλατιού -ο κλειδοκράτορας δηλαδή- ονομάζονταν Παπίας.
«Ο Παπίας με τα του Εταιριάρχου αυτοπροσώπως ήνοιγον και έκλειον απάσας τας εις το παλάτιον εισόδους». Τώρα για ποιο λόγο τον έλεγαν έτσι, παραμένει άγνωστο.
Ωστόσο με τον καιρό, το όνομα αυτό έγινε τιμητικός τίτλος, που δινόταν σε διάφορους έμπιστους αυλικούς. Ο Πάπιας είχε το δικαίωμα να παρακάθεται στο ίδιο τραπέζι με τον αυτοκράτορα, να κουβεντιάζει μαζί του και να διασκεδάζει στα συμπόσια του.

Κάποτε -όταν αυτοκράτορας ήταν ο Βασίλειος Β`- Παπίας του παλατιού έγινε ο Ιωάννης Χανδρινός, άνθρωπος με σκληρά αισθήματα, ύπουλος και ψεύτης. Από τη στιγμή που ανέλαβε καθήκοντα κλειδοκράτορα, άρχισε να διαβάλει τους πάντες -ακόμη και τον αδελφό του Συμεώνα - στον αυτοκράτορα.
Έτσι, κατάντησε να γίνει το φόβητρο όλων. Όταν κανείς του παραπονιόταν πως τον αδίκησε, ο Χανδρινός προσποιούταν τον έκπληκτο και τα μάτια του ...βούρκωναν υποκριτικά. - «Είσαι ο καλύτερος μου φίλος, του έλεγε. Πώς μπορούσα να πω εναντίον σου στον αυτοκράτορα;».
Η διπροσωπία του αυτή έμεινε κλασική στο Βυζάντιο. Γι`αυτό, από τότε, όταν κανείς πιανόταν να λέει κανένα ψέμα στη συντροφιά του ή να προσποιείται τον ανήξερο, οι φίλοι του του έλεγαν ειρωνικά: «Ποιείς τον Παπίαν»... Φράση που έμεινε ως τα χρόνια μας με μια μικρή παραλλαγή.

22. Καρφί δεν του καίγεται
Όσο οι Τούρκοι έζωναν στενότερα την Κωνσταντινούπολη, τόσο οι Βυζαντινοί πρόσεχαν και οχύρωναν την Πελοπόννησο, για να την έχουν σαν καταφύγιο.
Όταν ήρθε να καλογερέψει εδώ ο αυτοκράτορας Ιωάννης Καντακουζηνός, περιγράφει το Μυστρά «Σκυθίας ερημότερον». Οι επιδρομές των Σαρακηνών, οι πόλεμοι των Ελλήνων με τους Φράγκους της Αχαΐας και η αιώνια φαγωμάρα των τοπικών αρχόντων, είχαν καταστρέψει ολότελα τον τόπο.

Κανείς δεν μπορούσε να βγει από το σπίτι του ούτε μέρα ούτε νύχτα, χωρίς να βαστά όπλα. Οι Παλαιολόγοι έβαλαν τάξη, ειρήνεψαν τα μέρη και με το Μυστρά, που έφτασε να `χει σαράντα χιλιάδες κατοίκους, ζωντάνεψαν τον ελληνισμό εκείνους τους χρόνους.

Παρ`όλ` αυτά ολόκληρη η Πελοπόννησος κι ο Μυστράς μαζί, λίγο έλειψε να επαναστατήσουν, όταν τη θέση του γενικού τοποτηρητή πήρε ο Δημήτριος Παντεχνής, άνθρωπος που παρίστανε το θαυματοποιό. Πραγματικά, ο Παντεχνής φαίνεται πως γνώριζε την τέχνη του ταχυδακτυλουργού, γιατί πολλοί σύγχρονοι του αναφέρουν πως έκανε καταπληκτικά πράγματα.
Κι ένα απ` όλα είναι, ότι εξαφάνιζε νομίσματα και χρυσαφικά μόλις τ` άγγιζε και κατηγορούσε κατόπιν τους άλλους για κλέφτες. Επειδή έκανε πολλά τέτοια, ο λαός αποφάσισε να τον τιμωρήσει με την ποινή της παραμόρφωσης. Δηλαδή, μ ένα πυρακτωμένο καρφί, έκαναν στο πρόσωπο του τιμωρούμενου διάφορα σημάδια.

Το καρφί, όμως, που έφεραν για να παραμορφώσουν τον Παντεχνή, παρόλο που το έβαλαν σε δυνατή φωτιά και το άφησαν εκεί πολλή ώρα, παρέμεινε τελείως κρύο. Το παράξενο αυτό φαινόμενο τόσο πολύ τρόμαξε το πλήθος, ώστε τον παράτησε κι έφυγε λέγοντας «το καρφί δεν του καίγεται», για να μείνει από τότε η παροιμιώδης φράση: «Καρφί δεν του καίγεται», που στην επέκταση της τη λέμε και για τα άτομα εκείνα που αδιαφορούν για τον πλησίον τους.

23. Από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα
Ίσως η χαρακτηριστικότερη πρόταση για την περιγραφή της ασυναρτησίας.
Σύμφωνα με ιστορικές μαρτυρίες, η πραγματική μορφή της φράσης είναι: "Από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή καν' έλα'', που σημαίνει: έρχομαι από την Κωνσταντινούπολη και σε προσκαλώ να έρθεις στην κορυφή.

Αποτελούσε μήνυμα των Σταυροφόρων, όταν επέστρεφαν από την κατακτημένη πλέον Κωνσταντινούπολη και καθόριζαν ως σημείο συνάντησης τους την κορυφή του λόφου.

24. Αλά μπουρνέζικα
Όταν μας μιλάει κάποιος και θέλουμε να του πούμε πως δεν καταλαβαίνουμε τι μας λέει, τότε του λέμε πως μιλάει…αλά μποuρνέζικα.
Πολλοί νομίζουν, πως είναι μια λέξη (αλαμπουρνέζικα). Είναι όμως δύο λέξεις.

Μπουρνέζικα, λοιπόν, είναι η γλώσσα που μιλάνε ακόμα, σε μια περιοχή του Σουδάν, όπου ζει η φυλή Μπουρνού.

Η γλώσσα αυτή ήρθε στην Ελλάδα κατά την Επανάσταση του 1821, με την φυλή των Μπουρνού η οποία αποτελούσε τμήμα του εκστρατευτικού σώματος του Αιγύπτιου στρατηγού Ιμπραήμ.

Καθώς η αραβική γλώσσα είναι αρκετά δύσκολη και μάλιστα στις διαλέκτους της, σε μας τους Έλληνες, λοιπόν δίκαια, όσα θ’ ακούγαμε από αυτούς, θα φαίνονταν «αλά μπουρνέζικα», δηλαδή ακατανόητα.

25. Ψωροκώσταινα
Στα 1821 καταστράφηκε η πόλη των Κυδωνιών μετά από την αποτυχημένη επαναστατική κίνηση που επιχειρήθηκε, ο πληθυσμός της σφάχτηκε και το σύνολό του εγκατέλειψε την όμορφη πόλη με ντόπια ή Ψαριανά καράβια, στην χαλασιά αυτή κατάφερε να σωθεί η ΠΑΝΩΡΑΙΑ ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΑ, όμορφη αρχόντισσα με πολύ περιουσία, ο άντρας της που ήταν πάμπλουτος έμπορος και τα παιδιά της τα έσφαξαν μπρος τα μάτια της οι Τούρκοι, σώθηκε λοιπόν πάνφτωχη και ολομόναχη στα Ψαρά, εκεί οι συντοπίτες της και κυρίως ο Βενιαμίν ο Λέσβιος (δάσκαλος της Ακαδημίας των Κυδωνιών) την βοήθησαν.
Η Πανωραία σύντομα άφησε τα Ψαρά και πήγε στην πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους, το Ναύπλιο, όπου και για να ζήσει ξενόπλενε και πολλές φορές δεχόταν το έλεος και την συμπόνια των συνανθρώπων της, η ίδια τόσο πολύ υπέφερε που παραμέλησε εντελώς την εμφάνιση της. Αυτή όμως η κουρελιασμένη γυναίκα έκρυβε μέσα της την αρχόντισσα και κυρίως την πατριώτισσα.
Στα 1826 γίνηκε έρανος στο Ναύπλιο για να βοηθήσουν το μαχόμενο Μεσολόγγι, έτσι στήθηκε στη κεντρική πλατεία ένα τραπέζι και οι υπεύθυνοι του εράνου ζητούσαν από τους καταστραμμένους, πεινασμένους και χαροκαμένους Έλληνες να βάλουν πάλι το χέρι στην τσέπη για να βοηθήσουν τους μαχητές και τους αποκλεισμένους του Μεσολογγίου, αλλά ποιος είχε και ποιος θα έδινε από αυτό το φτωχομάνι κανείς δεν πλησίαζε το τραπέζι, όλων τα σπίτια δύσκολα τα έφερναν πέρα.
Τότε η φτωχότερη όλων η χήρα Χατζηκώσταινα έβγαλε το ασημένιο δαχτυλίδι από το δάχτυλό της και ένα γρόσι που είχε στην τσέπη της και τα ακούμπησε στο τραπέζι της ερανικής επιτροπής. «ΤΟ ΔΙΛΕΠΤΟ ΤΗΣ ΧΗΡΑΣ» ξύπνησε την συνείδηση των πεινασμένων και κάποιος φώναξε «Δέστε η πλύστρα Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της». Αμέσως το φιλότιμο ηλέκτρισε τους φτωχούς και το τραπέζι γέμισε λίρες, γρόσια και χρυσαφικά. Πάντως από αυτή την ιστορία δύο πράγματα έμειναν πρώτα μαζεύτηκαν χρήματα για το Μεσολόγγι και δεύτερον η Πανωραία έγινε πια γνωστή στο Ναύπλιο σαν Ψωροκώσταινα.
Η πλύστρα Πανωραία όμως δεν έδινε μόνο μαθήματα πατριωτισμού αλλά και ανθρωπιάς, το ελάχιστο εισόδημά της το μοιραζόταν με ορφανά παιδιά αγωνιστών και όταν ο Καποδίστριας ίδρυσε ορφανοτροφείο προσφέρθηκε γριά πιά και με σαλεμένο τον νου από τον πόνο και τις στερήσεις να πλένει τα ρούχα των ορφανών χωρίς καμιά αμοιβή.
ΛΕΒΕΝΤΙΑ, αλλά μόνο έτσι τα έθνη προχωράνε. Να πως έγινε πανελλήνια γνωστό το παρατσούκλι της Πανωραίας :
Στην εποχή του Καποδίστρια σε μια συνεδρίαση της Συνέλευσης, κάποιος παρομοιάσε το Ελληνικό Δημόσιο με την Ψωροκώσταινα, ο συσχετισμός άρεσε και κάθε φορά που αναφέρονταν στο θέμα του Δημοσίου το ονόμαζαν «Ψωροκόσταινα».
Αργότερα οι Βαβαροί προκειμένου να χλευάσουν το Ελληνικό κράτος για την φτώχια του και την οπιστοδρομικότητά του ονόμασαν υβριστικά «Ψωροκώσταινα» την Ελλάδα.
Χαρακτηρισμός που όσοι γνωρίζουν την ιστορία δεν τους θίγει διότι η Ψωροκώσταινα θα έπρεπε να ονομαζόταν Λεβεντοκώσταινα

26. Έβαλε το κεφάλι του στον ντορβά... 

Ο ντορβάς είναι το σακούλι μέσα στο οποίο οι χωρικοί έβαζαν διάφορα πράγματα. Στην Βυζαντινή εποχή όταν οι νησιώτες έπιαναν κάποιον ληστή, εγκληματία, πειρατή, του έκοβαν το κεφάλι, το έβαζαν μέσα σε έναν ντορβά, παστωμένο, για να μην μυρίζει άσχημα όταν αρχίσει να σαπίζει και το έστελναν στην Κωνσταντινούπολη.

Το έθιμο αυτό έμεινε αργότερα και επί τουρκοκρατίας, αλλά και στα πρώτα ελληνικά χρόνια μετά από την Επανάσταση, περίοδος που υπήρχαν πάρα πολλοί ληστές. Όταν ο επικηρυγμένος σκοτωνόταν από άλλο άτομο, αυτός του έκοβε το κεφάλι, το έβαζε σε ντορβά (ντορβάς=μικρός σάκος στα τούρκικα), το παρέδιδε στις Αρχές κι έπαιρνε την επικήρυξη, ή αν ήταν και ο ίδιος ληστής μπορούσε να πάρει αμνηστία...

Για να επικηρυχθεί λοιπόν κάποιος, σήμαινε πως εκτέθηκε τόσο πολύ απέναντι στις Αρχές,τόσο, που να καταντήσει το κεφάλι του, να μπει στον ντορβά στην περίπτωση που τον έπιαναν.

Η έκφραση λέγεται συνήθως σήμερα για κάποιον που τα παίζει όλα για όλα...


27. Κροκοδείλια δάκρυα
Ο κροκόδειλος όταν θέλει να ξεγελάσει το θύμα του, κρύβεται πίσω από κανένα βράχο ή δέντρο κι αρχίζει να βγάζει κάτι παράξενους ήχους, που μοιάζουν καταπληκτικά με κλάμα μωρού παιδιού.

Συγχρόνως -ίσως από την προσπάθεια που βάζει για να… κλάψει- τρέχουν από τα μάτια του άφθονα και χοντρά δάκρυα. Έτσι, αυτοί που τον ακούν, νομίζουν ότι πρόκειται για κανένα παιδάκι που χάθηκε και τρέχουν να το βοηθήσουν…
Ο κροκόδειλος επιτίθεται τότε, ξαφνικά και κάνει τη δουλειά του.

Στην αρχαία Ελλάδα ο κροκόδειλος ήταν άγνωστος. Οι Φοίνικες, όμως, έμποροι, που έφταναν στα λιμάνια της Κορίνθου και του Πειραιά, μιλούσαν συχνά για τα διάφορα εξωτικά ζώα, τα πουλιά και τα ερπετά της πατρίδας τους, που άφηναν κατάπληκτους τους ανίδεους Έλληνες και τους γέμιζαν με τρόμο και θαυμασμό.
Φαίνεται ωστόσο, ότι ο κροκόδειλος τους έκανε περισσότερη εντύπωση, κυρίως με το ψευτοκλάμα του, αφού ένας νεαρός ποιητής, ο Φερεκίδης, έγραψε κάποτε το παρακάτω επίγραμμα:
«Εάν η γη ήθελε να συλλάβει εκ των δακρύων της γυναικός, εκάστη ρανίς των θα εγέννα κροκόδειλον».

Παρόλο, λοιπόν, που στην Ελλάδα δεν υπήρχαν κροκόδειλοι, τα «κροκοδείλια δάκρυα», που λέμε σήμερα γι’ αυτούς που ψευτοκλαίνε, είναι φράση καθαρά αρχαία ελληνική.

28. Δεν έμεινε ρουθούνι...
Στον Μεσαίωνα επικρατούσε η συνήθεια να κόβουν οι νικητές στρατηγοί τα αυτιά και τις μύτες των εχθρών τους, που είχαν πέσει στις μάχες...Αυτά τα ''τρόπαια'', τα έβαζαν μέσα σε σάκους και τα έστελναν στο κέντρο, για να γίνει γνωστό το μέγεθος της νίκης..!

Ο χρονικογράφος Γεώργιος Κερδηνός αναφέρει πως ο στρατηγός Γεώργιος Μανιακής  αφού σκότωσε πολλούς Άραβες: ''Χιλίους απ' εμπρός εσκότωσεν και μύριους απ΄οπίσω, εννιά κοφίνια φόρτωσεν ωτία και μυτία..''

Δηλαδή δεν έμεινε κατ' αυτόν τον τρόπο άκοφτο ρουθούνι...Έτσι εξηγείται η σημερινή φράση: ''δεν έμεινε ρουθούνι...'', ενώ στην Μυτιλήνη λένε ''δεν έμεινε μύτη''...

29. Έφαγε το ξύλο της χρονιάς του...
Στο Μεσαίωνα, οι περισσότεροι μαθητές προτιμούσαν να το σκάνε από τις τάξεις τους, παρά να πηγαίνουν στα μαθήματά τους. Οι δάσκαλοι πάλι, ήταν σωστοί δεσμοφύλακες. Όταν ένας μαθητής δεν ήξερε ν'απαντήσει σε μια ερώτηση, δενόταν χειροπόδαρα και μεταφερόταν στα υπόγεια του σχολείου, όπου έκανε συντροφιά με τους ποντικούς...! Άλλοτε πάλι τον έγδυναν και τον άφηναν ώρες στο κρύο. Στην πρώτη σειρά ήταν το ξύλο. Με κάτι ειδικές βέργες, ο δάσκαλος έπιανε το παιδί, τού έβγαζε τα παπούτσια και το χτυπούσε κάτω από τις πατούσες. Τα απάνθρωπα αυτά μαρτύρια, γίνονταν σε όλα τα σχολεία της Ευρώπης. Στην Αγγλία καταργήθηκαν μόλις τον 18ο αιώνα...Γι'αυτό όμως και ο κόσμος έμεινε αγράμματος...

Τα παιδιά προτιμούσαν να το σκάνε όχι μόνο από τα σχολεία αλλά και από τα σπίτια τους. Στο τέλος καταντούσαν κλέφτες, αλήτες και πολλές φορές εγκληματίες...Στο Βυζάντιο οι δάσκαλοι ήταν σχεδόν όλοι καλόγεροι και παπάδες. Φυσικά έδερναν κι αυτοί τους μαθητές, αλλά μόνο μια φορά τον χρόνο. Δηλαδή τον Αύγουστο που σταματούσαν τα μαθήματα -για να ξαναρχίσουν πάλι τον Σεπτέμβριο- κάθε μαθητής ήταν υποχρεωμένος να περάσει από τον παιδονόμο για να φάει..το ξύλο του!

Έτσι είχαν την εντύπωση ότι τον ένα μήνα που θα έλειπαν από το σχολείο θα ήταν φρόνιμοι...Απ΄αυτό βγήκε η φράση: ''Έφαγε το ξύλο της χρονιάς του''  που την λέμε φυσικά όταν κάποιος τις έφαγε για τα καλά...!!!

30. Αυτός χρωστάει της Μιχαλούς.... 

Στα χρόνια του Όθωνα, βρισκόταν σε κάποιο σοκάκι στο Ναύπλιο η ταβέρνα της Μιχαλούς. Παραδόπιστη και εκμεταλλεύτρια, από τον καιρό που πέθανε ο άντρας της, είχε μια περιορισμένη πελατεία, που τους έκανε πιστωση για ένα χρονικό διάστημα, μετά το τέλος του οποίου έπρεπε να εξοφληθεί ο λογαριασμός. Αλίμονο σε κείνον που δε θα ήταν συνεπής, η Μιχαλού, κυριολεκτικά τον εξευτέλιζε. Ανάμεσα σε αυτούς τους οφειλέτες ήταν και ένας ευσυνείδητος, που του ήταν αδύνατο να βρει τρόπο να την εξοφλήσει, γιατί δεν είχε εκείνο τον καιρό δουλειά. Μέρα και νύχτα γύριζε ο άνθρωπος τους δρόμους παραμιλώντας. Όταν κάνεις ρωτούσε να μάθει τι είχε ο άνθρωπος αυτός, απαντούσαν : « αυτός χρωστάει της Μιχαλούς ».

sofilab.blogspot

Από που πήρε το όνομα της ο τόνος "σέπια";
Όσοι ασχολούνται με την φωτογραφία, αλλά και αυτοί που τους αρέσει να βλέπουν φωτογραφίες, σίγουρα θα ξέρουν τον τόνο "σέπια" (sepia). Για όσους δεν ξέρουν, μιλάμε για ένα "ζεστό" τόνο στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Το όνομα της λοιπόν προέρχεται από τις κοινές σουπιές!

Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Sepia officinalis, και το μελάνι που παράγουν χρησιμοποιήθηκε για τον τόνο, όταν εμφανίστηκε η τεχνική για πρώτη φορά στη δεκαετία του 1880.

Σήμερα, το μελάνι της σουπιάς γενικά έχει αντικατασταθεί με άλλες βαφές ή χρωστικές ουσίες που παράγουν την ίδια απόχρωση.


« Άρτζι Μπούρτζι και λουλάς – Κουλουβάχατα και Αχταρμάς»
Του Δημ. Σταθακόπουλου 
Δικηγόρου Δρα Παντείου πανεπιστημίου/ Μουσικολόγου εκ Λευκασίου Καλαβρύτων 


Άρτζι, Μπούρτζι και λουλάς: Τι σημαίνει αυτή η έκφραση που την χρησιμοποιούμε με την έννοια του άλλα αντί άλλων, απόλυτου πανικού και ανοργανωσιάς ;
Ως συνήθως ξεχάστηκε στο διάβα του χρόνου η κυριολεκτική έννοια της φράσης και μαζί η προέλευση και η ανάγκη που την έκανε να χρησιμοποιηθεί.

Ο καθηγ. Μπαμπινιώτης, πιστεύει ότι προέρχεται από το μεσαιωνικό ουσιαστικό αρτσιβούριον, κι’ αυτό από το αρμενικό arats-havoth, μαντατοφόρος, αγγελιαφόρος. Λέει πως αναφέρεται στην πρώτη εβδομάδα του Τριωδίου, κατά τη διάρκεια της οποίας οι Αρμένιοι ακολουθούσαν μια αυστηρή νηστεία. Όμως οι Βυζαντινοί, ως ορθόδοξοι, αντιμετώπιζαν με εχθρότητα αυτή την Αρμένικη (Γρηγοριανή/ αιρετική) αίρεση των Αρτζιβουρίων.

Η λέξη κατέληξε να είναι συνώνυμη με την αταξία και την πλήρη ακαταστασία, γιατί οι Βυζαντινοί προσπαθώντας να ερμηνεύσουν την καθιέρωση αυτής της νηστείας, το έκαναν με πολλούς και συχνά παράλογους τρόπους με αποτέλεσμα να επικρατήσει σύγχυση. !!! 
Αργότερα λέει ο καθηγ. στο αρτζιμπούρτζι προστέθηκε η λέξη λουλάς για να ενταθεί εκφραστικά η σύγχυση !!!
Γιατί όμως διαλέχτηκε ο λουλάς και όχι κάποια άλλη λέξη π.χ τέντζερης ; Πως ο αγγελιαφόρος arats-havoth συνδέθηκε με το Τριώδιο, έγινε αρτζιμπούρτζι και απέκτησε το νόημα της ακαταστασίας; Άγνωστο !!!

Μια άλλη εκδοχή, θέλει το arquebus ή harkbus ή hackbut (ολλανδικό haakbus), να έγινε στα ελληνικά "αρκεβούζιο", δηλ. "όπλο με γάντζο". Πυροβόλο που χρησιμοποιήθηκε από τον 15ο ως τον 17ο αιώνα. Ο γάντζος του, ήταν ένα απαραίτητο σιδερένιο δίχαλο σχήματος Υ, στο οποίο ακουμπούσε το όπλο αρκεβούζιο για να σκοπεύσει σταθερά. Μήπως ο γάντζος λεγόταν και "λουλάς" από το οθωμανικό lüle / σωλήνας ; (απ’ όπου και ο σωλήνας/ λουλάς του ναργιλέ).
Μήπως οι κακοπληρωμένοι μισθοφόροι, όταν έφευγαν από το στράτευμα έπαιρναν μαζί τους τα αρκεβούζια και λουλάδες (οπλισμό τους) και έτσι δημιουργείτο οχλαγωγία, ανταρσία και λέγανε: « αρκεβούζια και λουλάδες/ αρτζι μπούρτζι και λουλάς » τα πήραμε και φύγαμε ;

Επίσης, όταν ο Καποδίστριας είπε στους οπλαρχηγούς, που του ζητούσαν χρήματα ότι τα ταμεία του κράτους ήταν άδεια, αυτοί ενοχλημένοι είπαν πως: «Αν δεν μας δώσεις τα δέοντα, θα πάρουμε τα αρκεβούζια μας και το λουλά μας, θα τα στήσουμε στο πέρασμα του Ναυπλίου και οποίος πλούσιους θα περνά, θα τον ληστεύουμε και θα δημιουργήσουμε φασαρίες. 

Τέλος άλλη ετυμολογία/ παρετυμολογία θέλει κάποιο Πασά (τον Αλή;) , καθισμένο στο Παλαμήδι, έχοντας εμπρός του το Μπούρτζι και δεξιά του το Άργος (Άρτζι), πίνοντας ραχατλίδικα ναργιλέ, να είπε: «Άρτζι, Μπούρτζι και λουλάς» (Άρτζι = Άργος, Μπούρτζι = το γνωστό και λουλάς = ναργιλές). Δηλώνοντας έτσι χαλαρότητα και ξεγνοιασιά. Το θεωρώ εντελώς απίθανο απ’ όλες τις απόψεις.
Με λίγα λόγια: άρτζι μπούρτζι και λουλάς είναι οι ετυμολογήσεις της έκφρασης και καμία δεν με ικανοποιεί. Το πρόβλημα της ερμηνείας παραμένει ανοιχτό κατ’ εμέ.


Κουλουβάχατα/ Kull Wahed / في كل واحدة : Αραβικής προέλευσης που σημαίνει: όλα σε ένα. Ο πρώτος που φαίνεται να την χρησιμοποίησε στα νεοελληνικά ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης – Φαλέζ, γιός του Γιάννη/ Γενναίου Κολοκοτρώνη και της Φωτεινής Τζαβέλα, εγγονός του Γέρου του Μοριά, βγάζοντας περί το 1882 το πολιτικό του φυλλάδιο «Ἡ Κουλουβάχατα ἤ αἱ φύρδην μίγδην σημεριναί ἰδέαι».
Απ’ ότι φαίνεται, η ελληνοποιημένη νοηματική που θέλησε να δώσει ο Θ.Κολοκοτρώνης (ψευδ.Φαλέζ/ falez που σημαίνει γκρεμός και προφανώς αυτός που γκρεμίζει, ανατρέπει, μιας και ο εγγονός του Γέρου ήταν πλήρως ανατρεπτικός χαρακτήρας) στη λέξη Kull Wahed / في كل واحدة/ κουλουβάχατα δεν είναι το: όλα σε ένα, αλλά του φύρδην, που παράγεται από το ρήμα φύρω και σημαίνει ανακατεύω, καθώς και του μίγδην που παράγεται από το ρήμα μείγνυμι, ανακατεύω. Οι λέξεις είναι συνώνυμες και όταν χρησιμοποιούνται μαζί σημαίνουν πολυανακάτεμα, χωρίς καμιά απολύτως τάξη, κουλουβάχατα δηλαδή.


Αχταρμάς/ aktarma στην κυριολεξία σημαίνει μεταφορά. Όταν όμως στα νέα ελληνικά χρησιμοποιείται και νοηματοδοτείται η λέξη, σημαίνει ανόμοιο ανακάτεμα και μπέρδεμα πραγμάτων.
Απ’ ότι φαίνεται , οι έλληνες ήμασταν διαχρονικά: « Άρτζι Μπούρτζι και λουλάς – Κουλουβάχατα και Αχταρμάς»


Πλατείες της Αθήνας: πως πήραν το όνομά τους


Αμερικής
Περιβάλλεται από τις οδούς Πατησίων, Μηθύμνης, προεκτ. Λευκωσίας και Σπάρτης.
Παλαιότερα η πλατεία αυτή λεγόταν «Αγάμων». Το όνομα είχε δοθεί από τον λαό επειδή τότε ήταν ερημική και αποτελούσε κέντρο ερωτικών συναντήσεων και επειδή στο «άθλημα» αυτό επιδίδονταν τότε περισσότερο οι άγαμοι. Αρχικά λεγόταν επίσημα και πλατεία Ανθεστηρίων, επειδή στην περιοχή της, όπου τότε δεν υπήρχε κανένα σπίτι, γιορταζόταν η Πρωτομαγιά. Η σημερινή πλατεία Αμερικής, σύμφωνα με την Πράξη Ονοματοθεσίας του Δημοτικού Συμβουλίου, δόθηκε προς τιμή των ΗΠΑ, για τον φιλελληνισμό που επέδειξαν
οι κάτοικοί τους.

Ανεξαρτησίας (Βάθης)

Η πλατεία αυτή είναι περισσότερο γνωστή ως «Πλατεία Βάθης», όνομα που προέρχεται από πάλαια ονομασία της θέσεως (Βάθη), γιατί από εκεί περνούσε ο δρόμος του Μενιδίου (Αχαρνών) μέσα από την κοίτη του ρέματος του Κυκλοβόρου. Το ρέμα αυτό στη συνέχεια καλύφθηκε και αποτέλεσε την σημερινή οδό Μάρνη.
Η πλατεία ονομάστηκε επίσημα «Ανεξαρτησίας» για να τιμηθεί η απελευθέρωση και ανεξαρτησία της Ελλάδας μετά την επανάσταση του 1821.Βρίσκεται στην συμβολή των οδών Αχαρνών, Μάρνη, Καματερού, Μαιζώνος και Λιοσίων.

Βικτωρίας
Βικτωρία Αλεξανδρινή (1819-1901): Βασίλισσα της Μεγάλης Βρετανίας. Ήταν κόρη του Εδουάρδου, Δούκα του Κέντ, και της πριγκήπισσας Λουΐζας Βικτωρίας. Ανέβηκε στο θρόνο σε ηλικία 18 χρονών και έμεινε σ' αυτόν επί 64 χρόνια. Παντρεύτηκε το γερμανό πρίγκηπα Αλβέρτο του Σάξ-Κόμπουργκ-Γκότα το 1840 και απέκτησε πολλά παιδιά. Ήταν ικανή βασίλισσα και θεωρήθηκε σύμβολο της ακμής και της ισχύος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Η βασιλεία της σημάδεψε μία ολόκληρη εποχή και νοοτροπία για τη Μεγάλη Βρετανία (Βικτωριανή εποχή). Στις μέρες της έγινε η ένωση των Επτανήσων (που ήταν υπό Βρετανική προστασία) με την Ελλάδα (1864). Στο θρόνο τη διαδέχθηκε ο γιος της Εδουάρδος, πρίγκηψ της Ουαλλίας, ως Εδουάρδος Ζ'.
Η πλατεία αυτή λεγόταν άλλοτε πλατεία «Κυριακού» από το Δήμαρχο Αθηναίων Παναγή Κυριάκο (1870-1879), που είχε εκεί κοντά το σπίτι του.
Οι εργασίες διαμορφώσεώς της άρχισαν το 1872. Η ονομασία Πλατεία Βικτωρίας δόθηκε προς τιμήν της βασίλισσας της Αγγλίας, οι πολιτικοί όμως αντίπαλοι του Παν. Κυριάκου, τότε δημάρχου, έλεγαν ότι δόθηκε προς τιμήν της … κόρης του Βικτωρίας.


Βεΐκου (Γαργαρέττα)
Βεΐκος Λάμπρος (+1827): Σουλιώτης οπλαρχηγός και αγωνιστής του 1821, γιος του επίσης οπλαρχηγού Φώτου Βεϊκου. Όταν ο Αλή Πασάς κατέλαβε το Σούλι (1802) κατέφυγε στην Κέρκυρα, από όπου ξαναγύρισε στην πατρίδα του, για να αγωνιστεί εναντίον του Αλή Πασά. Κατέβηκε κατόπιν στηνεπαναστατημένη Ελλάδα, μπήκε στο πολιορκημένο Μεσολόγγι και από εκεί στάλθηκε στην Ύδρα για να συγκεντρώσει βοήθεια για τους πολιορκημένους. Αργότερα πολέμησε με τον Καραϊσκάκη και τον Κίτσο Τζαβέλα. Σκοτώθηκε στη μάχη του Αναλάτου (στη σημερινή περιοχή του Αγίου Σώστη της λεωφόρου Συγγρού) Η πλατεία (και η συνοικία) αρχικά ονομάστηκε «Γαργαρέττα» πήρε την ονομασία της από την μεσαιωνική οικογένεια Γαργαρέττα, που είχε κτήματα στην περιοχή της.



Εξαρχείων
Η πλατεία αυτή, όπως και ολόκληρη η συνοικία αυτή των Αθηνών, πήρε την ονομασία της από κάποιο Έξαρχο (Ηπειρώτη) που κατά τα χρόνια του Γεωργίου Α’ είχε παντοπωλείο στην γωνία των οδών Θεμιστοκλέους και Σολωμού.


Κάνιγγος (σωστότερα «Κάννινγκος») 
Κάννινγκ, Γεώργιος (Canning 1770-1827): Περίφημος βρεττανός πολιτικός και φιλέλληνας, από το Λονδίνο. Διακρίθηκε ως υπουργός των Εξωτερικών. Την εποχή εκείνη η πολιτική της Αγγλίας, όπως και των άλλων Μεγάλων Δυνάμεων (Ιερά Συμμαχία), ήταν γενικά υπέρ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από φόβο όμως προς την επιρροή της Ρωσίας στην Ελλάδα, ο Κάννιγκ απηύθυνε το 1823 διακοίνωση στην Τουρκία καλώντας την να σεβαστεί τις υποχρεώσεις της προς τους χριστιανούς. 
Το 1825 διέταξε την κυβέρνηση των Ιονίων Νήσων να θεωρούν τους Έλληνες επαναστάτες ως εμπόλεμους. Δε δέχθηκε πρόταση των Ελλήνων να πάρει υπό την προστασία του τον Αγώνα τους, τους έδωσε όμως υποσχέσεις για τη μεσολάβηση του. Είναι από τους πρωτεργάτες του Πρωτοκόλλου των Μεγάλων Δυνάμεων «Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος», που υπογράφτηκε στο Λονδίνο στις 6 Ιουλίου 1827. Πέθανε στις 27 Ιουλίου 1827, δηλ. σχεδόν αμέσως μετά την υπογραφή του πρωτοκόλλου αυτού.
Μαρμάρινος ανδριάντας του, έργο του Βρετανού γλύπτη Τσάντρεϋ (Chantray) βρίσκεται στην ομώνυμη πλατεία.


Κλαυθμώνος
Το όνομα αυτής της πλατείας οφείλεται στο ότι στην προ του 1909 περίοδο, οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν ήταν μόνιμοι όπως σήμερα, οι απολυμένοι, οι «Παυσανίες» όπως τους έλεγαν, πήγαιναν εμπρός από το Υπουργείο Εσωτερικών που ήταν στην πλατεία αυτή και με κλάματα και θρήνους («κλαυθμούς») παρακαλούσαν να τους ξαναπροσλάβουν. Δεδομένου ότι τέτοιες απολύσεις συνέβαιναν τακτικά σε κάθε αλλαγή κυβερνήσεως, οι σκηνές αυτές ήταν αρκετά συχνές στην πλατεία.


Ανάδοχος της ονομασίας ήταν πάντως ο συγγραφέας και κατόπιν ακαδημαϊκός Δημ. Γρ.Καμπούρογλου, που πρώτος ονόμασε την πλατεία «Κλαυθμώνος» σε ένα χρονογράφημα του στην «Εστία» το 1878.
Η πλατεία Κλαυθμώνος είναι ο πρώτος χώρος που δεντροφυτεύτηκε στην Αθήνα. Για το σκοπό αυτό ο βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος έστειλε τον ειδικό κηποτεχνικό Σμάρατ. Στη δυτική πλευρά της υπήρχαν οι τρεις συνεχόμενες οικίες των Βούρου, Μαστρονικόλα και Αφθονίδου, όπου έμειναν αρχικά οι βασιλείς Οθων και Αμαλία μετά τους γάμους τους. Στα σπίτια αυτά (όσα σώζονται) στεγάζεται σήμερα το «Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών». 

Στην πλατεία υπήρχαν επίσης τα κτίρια των Υπουργείων Εσωτερικών και Οικονομικών. Πολλές περιπέτειες πέρασε η επίσημη ονομασία της πλατείας. Στο αρχικό σχέδιο της πόλεως των Αθηνών (του von Klentze) λεγόταν «Πλατεία Αισχύλου». Κατόπιν ονομάστηκε «Πλατεία Νομισματοκοπείου» γιατί εκεί ήταν το κτίριο του Νομισματοκοπείου. Στη συνέχεια η πλατεία ονομάστηκε «25ης Μαρτίου», όνομα που κράτησε για πολλά χρόνια. Κατόπιν μετονομάστηκε σε «Πλατεία Δημοκρατίας» και μετά πήρε και επίσημα πλέον το όνομα με το οποίο ήταν πάντοτε γνωστή, «Πλατεία Κλαυθμώνος». Τέλος τον Ιούνιο του 1989 μετονομάστηκε σε «Πλατεία Εθνικής Συμφιλιώσεως» με την αφορμή των αποκαλυπτηρίων του ομώνυμου μνημείου στην πλατεία.



Κολιάτσου
Κολιάτσος, Στυλιανός (+ 1878): Στρατιωτικός και πολιτικός που έδρασε στο γ' τέταρτο του 19ου αιώνα. Η οικογένεια Κολιάτσου είχε κτήματα στην περιοχή που είναι σήμερα η πλατεία και η ομώνυμη συνοικία.
Ο Στυλιανός Κολιάτσος ήταν αξιωματικός της χωροφυλακής επί Οθωνος και εκλέχτηκε πληρεξούσιος στη Β' Εθνοσυνέλευση (1864) και πολλές φορές βουλευτής. Έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο στις συζητήσεις για το Σύνταγμα της χώρας. Διετέλεσε Δημοτικός Σύμβουλος Αθηναίων από το 1866 έως το 1878 και Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου (1866-1874).Βρίσκεται μεταξύ των οδών Πατησίων, Καλλινίκου και Σίφνου.



Κολωνακίου
Η επίσημη ονομασία είναι Πλατεία Φιλικής Εταιρείας.
Η ονομασία προέρχεται από κάποιο παλαιό στύλο (κολωνάκι) που υπήρχε εκεί κοντά (υπάρχει και σήμερα στο κηπάριο της πλατείας) και που μάλλον ήταν «αποτρεπτικό» νόσων και θεομηνιών. Ο στύλος αυτός έδωσε το όνομά του στη σημερινή συνοικία, μια από τις καλύτερες της Αθήνας. Πρέπει πάντως να σημειώσουμε ότι η περιοχή του Κολωνακίου πάνω από την Δεξαμενή λεγόταν παλαιότερα «Κατσικάδα»,γιατί Λιδωρικιώτες γαλατάδες έβοσκαν εκεί τις κατσίκες τους, στις πλαγιές του Λυκαβηττού.


Κουκάκη (και όχι Κουκακίου)
Κουκάκης Γεώργιος: Εργοστασιάρχης σιδερένιων κρεβατιών, που πρώτος έκτισε σπίτι στην περιοχή αυτή και της έδωσε το όνομά της. Το σπίτι αυτό βρισκόταν στην ανατολική γωνία των οδών Δημητρακοπούλου και Γεωργ. Ολυμπίου και κατεδαφίστηκε στα μέσα του 20ου αιώνα.Η πλατεία σχηματίζεται στη συμβολή των οδών Βεΐκουτ, Ορλωφ, Ματρόζου και Γεωργ. Ολυμπίου.

Κυνοσάργους

Κυνόσαργες: ένα από τα τρία μεγάλα γυμναστήρια των αρχαίων Αθηνών. Ανήκε στο δήμο Διομείας και βρισκόταν έξω από τα τείχη της πόλεως στα νότια του ναού του Ολυμπίου Διός στην αριστερή όχθη του Ιλισού, όπου σήμερα η συνοικία Κυνοσάργους (παλιότερα Κατσιπόδι). Το γυμναστήριο του Κυνοσάργους ιδρύθηκε τον 6ο π.Χ. αιώνα. Εκεί εγυμνάζοντο οι νέοι που ένας από τους γονείς τους δεν ήταν Αθηναίος (νόθοι). Η ονομασία προέρχεται από έναν «κύνα αργόν» (σκύλο λευκό ή ταχύ) που άρπαξε κομμάτια από το ζώο τη στιγμή της θυσίας στον Ηρακλή στον οποίο ήταν αφιερωμένο το άλσος που περιέβαλε το γυμναστήριο. Στο σημείο που άρπαξε τα κομμάτια το ζώο σύμφωνα με χρησμό του Μαντείου ιδρύθηκε το γυμναστήριο για να εξευμενιστεί ο Ηρακλής. Η διάκριση μεταξύ γνήσιων και νόθων Αθηναίων καταργήθηκε όταν ο Θεμιστοκλής (που η μητέρα του δεν ήταν Αθηναία) έπεισε γνήσιους Αθηναίους να γυμνάζονται στο Κυνόσαργες.

Λαυρίου

Στην πλατεία Λαυρίου ήταν παλιότερα ο σιδηροδρομικός σταθμός του τοπικού τραίνου που πήγαινε στο Λαύριο

Μαβίλη

Η πλατεία ονομάστηκε προς τιμήν του Ιθακήσιου ποιητή Λορέντζου Μαβίλη (1860-1912). Από οικογένεια ευγενούς καταγωγής σπούδασε στη Γερμανία και στη συνέχεια επέστρεψε στην Ελλάδα και, ως θερμός πατριώτης, πήρε μέρος στις πολεμικές περιπέτειες του έθνους στην Κρήτη (1896) και στην Ήπειρο (1987) όπου και τραυματίστηκε. Το 1910 εκλέχθηκε βουλευτής. Στη Βουλή πρωτοστάτησε στους αγώνες για τη Δημοτική γλώσσα. Σε μια αγόρευσή του είπε «δεν υπάρχει γλώσσα χυδαία υπάρχουν μόνο χυδαίοι άνθρωποι». Πήρε μέρος στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο ως λοχαγός στο εθελοντικό σώμα των Γαριβαλδινών. Σκοτώθηκε στη μάχη του Δρίσκου στην Ήπειρο.
Η πλατεία παλιότερα λεγόταν «Στέγη Πατρίδος» επειδή σε μικρή απόσταση υπήρχαν οι προσφυγικές πολυκατοικίες του ομώνυμου Οργανισμού.

Μεταξουργείου

Η ονομασία της προήλθε από εργοστάσιο κατασκευής μεταξωτών υφασμάτων που ιδρύθηκε εκεί το 1835. Το εργοστάσιο εγκαταστάθηκε στην ημιτελή οικία του πρίγκιπα Καντακουζηνού (που διατηρείται ακόμα και σήμερα στις οδούς Μεγ. Αλεξάνδρου, Μυλλέρου, Γιατράκου). Το Μεταξουργείο είναι από τις παραδοσιακές συνοικίες της Αθήνας και από εκεί ξεκινούσαν οι αποκριάτικες «ατραξιόν» της παλιάς πόλης όπως το «Γαιτανάκι».

Μοναστηρακίου

Πήρε το όνομά της από το «Μέγα Μοναστήριον της Παντανάσσσης» που ιδρύθηκε στον 10ον αιώνα. Εκεί ύφαιναν τους «αμπάδες» φθηνά και χονδρά υφάσματα που έγιναν παράδοση για την περιοχή (απ’ όπου και η ονομασία της Αμπατζήδικα). Με την πάροδο του χρόνου τα κτίρια εγκαταλείφθηκαν και ερειπώθηκαν, έμεινε μόνον η μικρή εκκλησία (τρίκλιτη βασιλική) της Παντανάσσης) που σκεπάστηκε από χώματα και μόνο ένα μέρος της ήταν πάνω από το έδαφος. Γύρω στα 1760 κτίστηκε το τούρκικο τζαμί που υπάρχει μέχρι και σήμερα. Η πλατεία Μοναστηρακίου λεγόταν παλαιότερα και Πλατεία της Παλιάς Στρατώνας (από τους στρατώνες που υπήρχαν τότε στην περιοχή).

Ομόνοιας

Η αρχική της ονομασία ήταν Όθωνος προς τιμήν του πρώτου βασιλέως. Τη σημερινή της ονομασία πήρε το 1863 γιατί εκεί συμφιλιώθηκαν οι δύο αντίπαλες πολιτικές παρατάξεις, των Ορεινών και των Πεδινών, που είχαν δημιουργηθεί μετά την έξωση του Όθωνος. Οι Ορεινοί πήραν την ονομασία αυτή γιατί μαζί τους είχε συνταχθεί το ορεινό πυροβολικό, ενώ οι Πεδινοί πήραν το όνομά τους σε αντίθεση με τους Ορεινούς. Οι Ορεινοί ήταν με το μέρος του Κω/νου Κανάρη ενώ οι Πεδινοί με το μέρος του Δημητρίου Βούλγαρη.
Μεγάλη αιματηρή σύγκρουση μεταξύ των δύο παρατάξεων έγινε στις 18-21 Ιουνίου με 120 νεκρούς και 300 τραυματίες. Οι αντιμαχόμενοι συμφιλιώθηκαν τελικά στην πλατεία με την μεσολάβηση των πρεσβευτών των μεγάλων δυνάμεων.

Παγκρατίου

Η ονομασία της περιοχής πίσω από το Παναθηναϊκό Στάδιο οφείλεται στο ότι εκεί ήταν, κατά την αρχαιότητα, το ιερό του Παγκρατίου Ηρακλέους (ως προστάτη του αγωνίσματος του παγκρατίου που ήταν συνδυασμός πυγμαχίας και πάλης).

Παλαιών Ανακτόρων 

Βρίσκεται στο χώρο του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη. Το κτίριο των Παλαιών Ανακτόρων (όπου σήμερα βρίσκεται η Βουλή των Ελλήνων κτίστηκε για να στεγάσει το βασιλέα Όθωνα. Αρχικά ο Όθων ήθελε να κτίσει το ανάκτορό του στην Ακρόπολη επενέβη όμως ο πατέρας του, ο φιλέλληνας βασιλιάς Λουδοβίκος Α’ της Βαυαρίας, και έτσι αποσοβήθηκε το ανοσιούργημα. Ο θεμέλιος λίθος μπήκε το 1836 και το έργο τελείωσε το 1840. Το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών ανέγερσης του κτιρίου ανέλαβε ο πατέρας του Όθωνα Λουδοβίκος Α’. Η Βουλή στεγάστηκε εκεί το 1922.

Πλάκας

Για την προέλευση του ονόματος της συνοικίας αλλά και της πλατείας της Πλάκας υπάρχουν πολλές εκδοχές: Κατά τον Δημ. Καμπούρογλου η ονομασία οφείλεται σε μία μεγάλη πέτρινη πλάκα που βρέθηκε κοντά στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου (μέσα στον αρχαιολογικό χώρο του θεάτρου Διονύσου). Κατά άλλη εκδοχή η ονομασία προέρχεται από την αλβανική λέξη «πλιάκα» που σημαίνει παλαιός. Επικράτησε κατά την εγκατάσταση Αρβανιτών «γκαγκαρέων» κατά τον 17ο αιώνα στην περιοχή γύρω από την Ακρόπολη που ήταν έρημη και εγκαταλελειμμένη μετά τους ρωμαϊκούς και βυζαντινούς χρόνους. Οι αρβανίτες αυτοί έλεγαν ότι κατοικούν στην «πλιάκα» (παληά) Αθήνα και έτσι έμεινε το όνομα.

Ρηγίλλης

Ρήγιλλα Αππία-Αννια (2ος μ.Χ αιώνας): σύζυγος του Αθηναίου σοφιστή και πολιτικού Ηρώδου του Αττικού. Πέθανε λίγο μετά το γάμο τους που έγινε γύρω στο 143 μ.Χ. Ο Ηρώδης κατηγορήθηκε τότε από τους εχθρούς του ότι ήταν υπαίτιος του θανάτου της, αθωώθηκε όμως μετά από δίκη στη Ρώμη και στη μνήμη της ίδρυσε στους νοτιοανατολικούς πρόποδες της Ακροπόλεως το Ηρώδειον (Ωδείον Ηρώδου του Αττικού) που ονομάστηκε «επί Ρηγίλλη». Κατ’ άλλους η Ρηγίλλα πέθανε γύρω στο 160 μ. Χ 
Ο Ηρώδης ο (υιός του) Αττικού Τιβέριος-Κλαύδιος (103-179 μ.Χ.) γεννήθηκε στον Μαραθώνα, πήρε εξαιρετική μόρφωση και ήταν ένας από τους καλύτερους ρήτορες της εποχής του και δάσκαλος Ρωμαίων αυτοκρατόρων (ως ο Μάρκος Αυρήλιος). Πήρε ανώτατα αξιώματα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (Ύπατος & άρχων των Αθηνών). Είχε μεγάλη περιουσία και διέθεσε πολλά χρήματα σε έργα κοινής ωφελείας στην Κόρινθο, Δελφούς, Θερμοπύλες και την Αθήνα. Μεταξύ των δωρεών του ήταν και το Παναθηναϊκό Στάδιο, το οποίο αναμαρμαρώθηκε με δωρεά του Γ. Αβέρωφ προκειμένου να τελεσθούν οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες το 1896.

Συντάγματος

Η πλατεία ονομάστηκε για να τιμηθεί το Σύνταγμα, ο πρώτος Καταστατικός Χάρτης της Χώρας, που ρυθμίζει τον τρόπο οργάνωσης της πολιτικής εξουσίας και τι σχέσεις της με τους πολίτες. Το πρώτο Σύνταγμα αποφασίστηκε να δοθεί από τον Όθωνα ύστερα από την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 με αρχηγούς τους Δημ. Καλλέργη, Ι. Μακρυγιάννη κ.α. Ο σχετικός νόμος ψηφίστηκε από την Εθνοσυνέλευση του 1844. Τότε απέκτησαν για πρώτη φορά οι Έλληνες το δικαίωμα ψήφου.

Φιλοπάππου 
Φιλόπαππος Γάιος - Ιούλιος - Αντίοχος (1ος αιώνας μ.Χ.): Ύπατος και άρχων των Αθηνών από την Συρία (εγγονός του βασιλιά της Συρίας Αντίοχου Δ’). Ευεργέτησε την Αθήνα και ανακηρύχθηκε Αθηναίος πολίτης. Στον ομώνυμο λόφο απέναντι από την Ακρόπολη έκτισε το ομώνυμο μνημείο εις μνήμην του παππού του κ.α επιφανών. Κατά την αρχαιότητα ο λόφος του Φιλοπάππου ονομαζόταν «Μουσείον» (από τον εκεί τάφο του ποιητή Μουσαίου) ή λόφος Μουσών επειδή παλιά ήταν αφιερωμένος στις μούσες.
Από τον λόφο του Φιλοπάππου ο Ενετός Φραγκίσκος Μοροζίνης βομβάρδισε την Ακρόπολη και κατέστρεψετον ναό της Απτέρου Νίκης (1687)

Πηγή: Μ. Βουγιούκα & Β. Μεγαρίδη: Οδωνυμικά - Η σημασία των ονομάτων των οδών της Αθήνας
Εκδότης: Δήμος Αθηναίων – Πνευματικό Κέντρο Β’ Εκδοση 1993 

Θα στις βρέξω - Θα φας ξύλο με βρεγμένη σανίδα
"Κάθισε ήσυχα, γιατί θα σ' τις βρέξω", λέει απειλητικά η μητέρα στο παιδί της που δεν κάθεται φρόνιμα. Άλλος πάλι λέει: "του τις έβρεξα για τα καλά", δηλαδή τον ξυλοκόπησα πολύ.

"Θα σου τις βρέξω σημαίνει", ότι θα του καταφέρω χτυπήματα βροχηδόν. Κατά τον Φ. Kουκουλέ όμως, η φράση πρέπει να ερμηνευτεί έτσι, "Θα σου τις βρέξω τις ξυλιές", δηλαδή τα χτυπήματα που θα σου δώσω θα είναι βρεγμένα (και θα πονάνε).

Πράγματι σε παλιότερους χρόνους, όταν κάποιον τον έβαζαν στη φάλαγγα (τρόπος βασανισμού) πριν του χτυπήσουν τα πόδια του με μια βίτσα, του τα έβρεχαν, γιατί έτσι θα πονούσε περισσότερο. Έτσι έχουμε τη γνωστή φράση.

Γνωστό, επίσης, είναι ότι στην αρχαία Ελλάδα, καθώς και στο Βυζάντιο, οι λιποτάκτες, οι δειλοί και οι προδότες, τιμωρούνταν με τη "φάλαγγα". Η φάλαγγα ήταν ένα ξύλινο ικρίωμα, ως ένα μέτρο ψηλό, που είχε δυο τρύπες στη μέση. Στις τρύπες αυτές περνούσαν γυμνά τα πόδια του τιμωρημένου, ο οποίος βρισκόταν έτσι μισοκρεμασμένος από το πίσω μέρος του ικριώματος. Σε εκείνη τη θέση, λοιπόν, όλοι οι συμπατριώτες του -ακόμη και οι πιο στενοί συγγενείς του- ήταν υποχρεωμένοι με ειδικό νόμο, να του δώσουν δεκατρία χτυπήματα, στις γυμνές του πατούσες. Πριν όμως τον δείρουν, έβρεχαν τις βίτσες τους, κι αυτό γιατί τα χτυπήματα γινόντουσαν, έτσι, πιο οδυνηρά. Από την απάνθρωπη, λοιπάν, αυτή τιμωρία, έμεινε ως τα χρόνια μας η φράση: "κάθισε ήσυχα, γιατί θα στις βρέξω" και η άλλη, που συχνά τη μεταχειριζόμαστε: "Θέλει ξύλο με βρεγμένη σανίδα".

από το βιβλίο του Τάκη Νατσούλη "Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις", εκδόσεις Σμυρνιωτάκη, Δεκέμβριος 2007, Αθήνα.

Πήραν τα μυαλά του αέρα
Μέσα στα όπλα, στις μηχανές και γενικά στα μέσα του πολέμου, το "υγρόν πυρ" είναι ένα από τα πιο περίεργα και θαυμαστά έργα του ανθρώπου. Την απόκρυφη αυτή εφεύρεση την έφερε όπως λένε στο Βυζάντιο, τον έβδομο αιώνα, ένας καλόγερος από τη Συρία, ο Καλλίνικος.

Στην πλώρη κάθε "χελανδίoυ» -δηλαδή μεγάλου βυζαντινού πλοίου με τέσσερις σειρές κουπιά- ήταν τοποθετημένο σαν προτομή το κεφάλι ενός λιονταριού ή άλλου θηρίου ή και ανθρώπου ακόμη, καμωμένο από μπρούντζο, που είχε το στόμα του διαρκώς ανοιχτό. Το στόμα αυτό επικοινωνούσε με κάτι σωλήνες, από τις οποίες χυνόταν το υγρό -που ήταν μαύρο σαν ακάθαρτο πετρέλαιο- ενώ την ίδια στιγμή από έναν άλλο σωλήνα στελνόταν με ειδικές φυσούνες άφθονος αέρας, ώστε να μπορεί να τινάζεται μακριά το υγρό.

Τους σωλήνες αυτούς, που επικοινωνούσαν απευθείας με το κεφάλι, οι Βυζαντινοί τούς ονόμαζαν "μυελούς». Από το τελευταίο αυτό, λοιπόν, έμεινε ως τα χρόνια μας η πασίγνωστη φράση «πήραν τα μυαλά του αέρα".

από το βιβλίο του Τάκη Νατσούλη "Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις", εκδόσεις Σμυρνιωτάκη, Δεκέμβριος 2007, Αθήνα.

Άλλαξε ο Μανωλιός και έβαλε τα ρούχα αλλιώς
Η φράση αυτή ξεκίνησε από παροιμία, αλλά έγινε παροιμιακή από το παρακάτω περιστατικό.

Στους χρόνους του Όθωνα, υπήρχε ένας γνωστός κουρελιάρης τύπος. Ο Μανώλης Μπατίνος. Δεν υπήρχε κανείς στην Αθήνα που να μην τον γνωρίζει, μα και να μην τον συμπαθεί οι κάτοικοι του έδιναν συχνά κανένα παντελόνι ή κανένα σακάκι, αλλά αυτός δεν καταδεχόταν να τα πάρει, γιατί δεν ήταν ζητιάνος. 
Ήταν ποιητής, ρήτορας και φιλόσοφος. Στεκόταν σε μια πλατεία και αράδιαζε ό,τι του κατέβαινε. 
Κάποτε, λοιπόν, έτυχε να περάσει από εκεί ο Ιωάννης Κωλέττης. Ο Μανώλης τον πλησίασε και τον ρώτησε, αν είχε το δικαίωμα να βγάλει λόγο στη ... Βουλή. Ο Κωλέττης του είπε ότι θα του έδινε ευχαρίστως άδεια, αν πετούσε από πάνω του τα παλιόρουχα που φορούσε κι έβαζε άλλα της ανθρωπιάς. Την άλλη μέρα ο Μανώλης παρουσιάστηκε στην πλατεία με τα ίδια ρούχα, αλλά φορούσε τα μέσα έξω. Ο κόσμος τον κοιτούσε έκπληκτος. Και τότε άκουσε αυτούς τους στίχους από το στόμα του Μανώλη Μπατίνου:

"Άλλαξε η Αθήνα όψη,
σαν μαχαίρι δίχως κόψη,
πήρε κάτι απ' την Ευρώπη
και ξεφούσκωσε σαν τόπι.
Άλλαξαν χαζοί και κούφοι
και μας κάναν κλωτσοσκούφι
Άλλαξε κι ο Μανωλιός
κι έβαλε τα ρούχα αλλιώς".

από το βιβλίο του Τάκη Νατσούλη "Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις", εκδόσεις Σμυρνιωτάκη, Δεκέμβριος 2007, Αθήνα.

Του έψησε το ψάρι στα χείλη
Ο λαός του Βυζαντίου γιόρταζε με μεγάλη κατάνυξη και πίστη όλες τις μέρες της Σαρακοστής. Το φαγητό του ήταν μαρουλόφυλλα βουτηγμένα στο ξίδι, μαυρομάτικα φασόλια, φρέσκα κουκιά και θαλασσινά. Στα μοναστήρια, όμως, ήταν ακόμη πιο αυστηρά, αν και πολλοί καλόγεροι, που δεν μπορούσαν να κρατήσουν περισσότερο τη νηστεία, έκαναν πολλές κρυφές…αμαρτίες κι έτρωγαν αβγά ή έπιναν γάλα. Αν τύχαινε, όμως, κανένας απ’ αυτούς να πέσει στην αντίληψη των άλλων -ότι είχε σπάσει δηλαδή τη νηστεία του- καταγγελλόταν αμέσως στο ηγουμενοσυμβούλιο και καταδικαζόταν στις πιο αυστηρές ποινές.

Κάποτε λοιπόν, ένας καλόγερος, ο Μεθόδιος, πιάστηκε να τηγανίζει ψάρια μέσα σε μια σπηλιά, που ήταν κοντά στο μοναστήρι. Το αμάρτημά του θεωρήθηκε φοβερό. Το ηγουμενοσυμβούλιο τον καταδίκασε τότε στην εξής τιμωρία: Διάταξε και του γέμισαν το στόμα με αναμμένα κάρβουνα και κει πάνω έβαλαν ένα ωμό ψάρι, για να…ψηθεί! Το γεγονός αυτό το αναφέρει ο Θεοφάνης. Φυσικά ο καλόγερος πέθανε έπειτα από λίγο μέσα σε τρομερούς πόνους. Αλλά ωστόσο έμεινε η φράση «Μου έψησε το ψάρι στα χείλη» ή «Του έψησε το ψάρι στα χείλη».

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΡΑΓΕ ΤΟ Α ΜΠΕ ΜΠΑ ΜΠΛΟΝ ΤΟΥ ΚΕΙΘΕ ΜΠΛΟΝ… ;
Η διαχρονικότητα της Ελληνικής γλώσσης είναι αδιαμφισβήτητη και αυταπόδεικτη!
Μεταξύ πολλών παραδειγμάτων ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα:

Μικροί (οι .ομήλικοι εξ ημών.) είχαμε παίξει το γνωστό παιδικό παιχνίδι : δύο ομάδες αντιπαρατιθέμενες, εναλλάξ να εφορμούν η μία της άλλης ψελλίζοντας ακαταλαβίστικα λόγια, που όλοι νομίζαμε αποκυήματα παιδικής φαντασίας και κουταμάρας (μετέπειτα πήρε την μορφή: «έλα να τα βγάλουμε»)

«Ά μπε, μπα μπλόν, του κείθε μπλόν, ά μπε μπα μπλόν του κείθε μπλόν, μπλήν-μπλόν.»
Τι σημαίνουν αυτά? Μα , τι άλλο, ακαταλαβίστικες παιδικές κουταμάρες, θα ειπεί κάποιος.


Όμως δεν είναι έτσι.

Ατυχώς, η Ελληνική, εδέχθη πλείστες όσες προσβολές από εξελληνισμένους βαρβάρους, Σλάβους, Τουρκόφωνους, Λατίνους κ.ά.., που δεν κατανοούσαν την ελληνική -ούτε κάν είχαν την φωνητική ανατομία που θα τους επέτρεπε σωστές εκφωνήσεις φωνηέντων – εμιμούντο τις φράσεις, παραφράζοντάς τις συχνότατα, και έτσι διεστραμμένα και παραμορφωμένα, έφθασαν μέχρι των ημερών μας, ώστε πλέον να μη αναγνωρίζονται.

Κατ’΄αυτόν τον τρόπο, εισήχθησαν εις την Ελληνική, όροι, λέξεις και φράσεις, ως μέσα από παραμορφωτικό κάτοπτρο είδωλα, καθιστάμενα αγνώριστα στον απλό κόσμο.
Ας επανέλθουμε στο πιο πάνω.

Η όλη. στιχομυθία, προήρχετο από παιδικό παιχνίδι που έπαιζαν οι Αθηναίοι Παίδες (και ου μόνον.), και ταυτόχρονα εγυμνάζοντο στα μετέπειτα αληθινά πολεμικά παιχνίδια.

Πράγμα απολύτως φυσικό, αφού πάντοτε ο Αθηναίος Πολίτης ετύγχανε και Οπλίτης! (βλέπετε παίζοντας και με τα γράμματα, προκύπτον συνδεόμενες έννοιες. Πολίτης – Οπλίτης)
Τι έλεγαν λοιπόν οι αντιπαρατιθέμενες παιδικές ομάδες, που τόσον παραφράσθηκε από τους μεταγενέστερους??

Ιδού η απόδοση:
«Απεμπολών, του κείθεν εμβολών !!!…» (επαλαμβανόμενα με ρυθμό, εναλλάξ από την δείθεν επιτιθέμενη ομάδα)
Τι σήμαιναν ταύτα? Μα..απλά ελληνικά είναι! « Σε απεμπολώ, σε απωθώ, σε σπρώχνω, πέραν (εκείθεν) εμβολών σε (βλ. έμβολο) με το δόρυ μου, με το ακόντιό μου!!!

votegreece.gr
Το κείμενο με το Ά μπε, μπα μπλόν είναι ανακριβές γιατί αυτή η φράση δεν υπάρχει πουθενά στα αρχαία κείμενα και βέβαια αποτέλεσε πηγή καυστικών σχολίων

Σε τρώει η μύτη σου, ξύλο θα φας

Στην αρχαία Ελλάδα πίστευαν πως ο κνησμός, η φαγούρα δηλαδή του σώματος, ήταν προειδοποίηση των θεών.

Πίστευαν πως όταν ένας άνθρωπος αισθανόταν φαγούρα στα πόδια του, θα έφευγε ταξίδι. Όταν πάλι τον έτρωγε η αριστερή παλάμη του, θα έπαιρνε δώρα. Αν συνέβαινε το ίδιο στη 
δεξιά, θα έδινε αυτός δώρα. Η πρόληψη αυτή έμεινε ως τα χρόνια μας. Οι αρχαίοι όμως, θεωρούσαν γρουσουζιά, όταν αισθάνονταν φαγούρα στην πλάτη, στο λαιμό, στα αυτιά και στην μύτη....

Κάποτε ο βασιλιάς της Σπάρτης Άγις, ενώ έκανε πολεμικό συμβούλιο με τους αρχηγούς του, είδε ξαφνικά κάποιον από αυτούς να ξύνει αφηρημένος το αυτί του. Αμέσως σηκώθηκε πάνω διάλυσε το συμβούλιο και ακύρωσε την εκστρατεία.

Οι Σπαρτιάτες πίστευαν ακομη ότι τα παιδιά που αισθάνονται φαγούρα στα μύτη τους, θα γινόντουσαν κακοί πολεμιστές. Έτσι όταν έβλεπαν κανένα παιδί να ξύνει τη μύτη του, το τιμωρούσαν, για να μην την ξαναξύσει άλλη φορά. Από την πρόληψη αυτή βγήκε "η φράση η μύτη σου σε τρώει, ξύλο θα φας".

Τα σίδερα της φυλακής είναι για τους λεβέντες
Ένα από τους αστυνομικούς διευθυντές της παλιάς Αθήνας, ο Μπαϊρακτάρης, χτύπησε αλύπητα όλους τους μάγκες, τα κουτσαβάκια της εποχής του. Εκτός από το ψαλίδι που είχε και που έκοβε τα μανίκια των σακακιών, που φορούσαν από το ένα μόνο χέρι οι κουτσαβάκηδες, τους έδερνε και στο τέλος τους έκοβε τα τσουλούφια των μαλλιών τους και τους άφηνε να φύγουν.

Αυτοί όμως ύστερα από τον εξευτελισμό τους, προτιμούσαν να τους βάλει φυλακή, παρά να βγουν έξω με αυτά τα χάλια. Τότε μάλιστα, τραγουδούσαν Τα σίδερα της φυλακής, είναι για τους λεβέντες. Από το δίστιχο αυτό, έμεινε μέχρι τα χρόνια μας η φράση.

Σ' αγαπάει η πεθερά σου
Ο Νικόλαος Πολίτης δίνει την εξήγηση στην έκφραση αυτή. Λέει πως πριν παντρέψουν το κορίτσι τους, οι πεθερές, είναι ευγενικές και αγαπούν το μέλλοντα γαμπρό τους. Ο γαμπρός θα κάτσει στο καλύτερο μέρος του τραπεζιού, ο γαμπρός θα πάρει την καλύτερη μερίδα φαγητού.

Ο γαμπρός πάντα βρίσκεται στην πρώτη και καλύτερη γραμμή για την πεθερά. Τον προσέχει πολύ και δεν αρχίζουν ποτέ να φάνε, αν δεν έρθει ο γαμπρός. Τον περιμένει πάντα η πεθερά και αυτό το έχει επιβάλλει και στους άλλους. Όταν όμως γίνει ο γάμος, η πεθερά δεν έχει κανένα λόγο να τον περιμένει. Δε βρίσκει, δηλαδή ο γαμπρός τις χαρές που είχε, όταν ήταν αρραβωνιασμένος.

Γι αυτό και σε όποιον πάει στο σπίτι, όταν αρχίζουν να τρώνε, λένε πως τον αγαπάει η πεθερά του.

Τα έβγαλε στη φόρα - Του τα έβγαλε στη φόρα
Στη Βυζαντινή εποχή, υπήρχε ένα είδος κηρύκων, που έκαναν μια πολύ περίεργη δουλειά.

Όταν κατηγορούσαν κάποιον για κλοπή, για λεηλασία ή και για φόνο ακόμα, χωρίς όμως αυτός που τον κατηγορούσε να έχει χειροπιαστά στοιχεία, ο κήρυκας αναλάμβανε να τον κατηγορήσει δημόσια, παίρνοντας πάνω του όλη την ευθύνη. Έβγαινε, λοιπόν σε μια κεντρική πλατεία, ανέβαινε σε ένα πεζούλι κι όταν το πλήθος συγκεντρωνόταν, για να ακούσει άρχιζε με δυνατή φωνή το κατηγορητήριο.
Επειδή όμως δεν υπάρχουν στοιχεία ικανά εναντίον του, για να τον παραδώσουμε στο δικαστήριο, όσοι γνωρίζουν κάτι σχετικό με την υπόθεση, να ρθουν να μας το πουν. Αυτοί που δεν τολμούν να παρουσιαστούν μπροστά μας, να τον καταγγείλουν, θα είναι καταραμένοι στη ζωή και στο θάνατο. Το κορμί τους να βγάλει τις πληγές του Φαραώ και τα παιδιά τους, όπως και τα παιδιά των παιδιών τους, θα διψούν και δε θα βρίσκουν νερό κ.ά.>>

Οι κήρυκες αυτοί είχαν καταντήσει ο φόβος και ο τρόμος του λαού. Όπως, όμως ήταν επόμενο, ύστερα από τις φοβερές αυτές κατάρες, εκείνος που ήξερε κάτι για τον ένοχο, έτρεχε να τον καταγγείλει στην αγορά, για να γίνει ήσυχη η συνείδηση του.
Δηλαδή, του τα έβγαλε στη φόρα, όπως κατάντησε να λέγεται τότε.

Τα ίδια, Παντελάκη μου, τα ίδια, Παντελή μου
Ο Παντελής Αστραπογιαννάκης ήταν Κρητικός. Όταν οι Ενετοί κυρίεψαν τη Μεγαλόνησο, πήρε τα βουνά μαζί με μερικούς τολμηρούς συμπατριώτες του. Από εκεί κατέβαιναν τις νύχτες και χτυπούσαν τους κατακτητές μέσα στα κάστρα τους. Για να δίνει, ωστόσο κουράγιο στους νησιώτες, τους υποσχόταν ότι θα ελευθέρωναν γρήγορα την Κρήτη. Με το σήμερα, όμως και με το αύριο, ο καιρός περνούσε και η κατάσταση του νησιού αντί να καλυτερεύει, χειροτέρευε.

Οι Κρητικοί άρχισαν να απελπίζονται. Μα ο Αστραπογιαννάκης δεν έχανε το θάρρος του, εξακολουθούσε να τους δίνει ελπίδες για σύντομη απελευθέρωση. Οι συμπατριώτες του, όμως δεν τα πίστευαν πια. Όταν λοιπόν, πήγαινε να τους μιλήσει, όλοι μαζί του έλεγαν : 
ξέρουμε τι θα πεις. Τα ίδια, Παντελάκη μου, τα ίδια, Παντελή μου.

Σπαγκοραμμένος
Σπάγκος ή σπαγκοραμμένος είναι ο φιλάργυρος, ο τσιγκούνης. Η λέξη σπάγκος είναι ιταλική και σημαίνει αδύνατος, ψιλός.

Γνωρίζουμε πως οι μεταξωτές κλωστές είναι καλές, όπως επίσης και οι λινές, οι χρυσοκέντητες και τόσες άλλες. Εκείνες που δεν έχουν αξία είναι σπάγκινες, αν μπορούμε να μεταχειριστούμε την έκφραση. Το ύφασμα, λοιπόν, που θα ραφτεί με σπάγκο, θα είναι πολύ φτηνό και επειδή το φτηνό πράγμα το μεταχειρίζεται ο τσιγκούνης, γι αυτό και ο σπαγκοραμμένος είναι ο τσιγκούνης.

Σαββατογεννημένος
Δεν είναι μόνο οι παραδόσεις και οι θρύλοι, αλλά και πολλοί συγγραφείς υποστηρίζουν πως, όταν αλώθηκε η Πόλη, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ήταν παντρεμένος, είχε τρία αγόρια και η γυναίκα του ήταν έγκυος στο τέταρτο.

Την ημέρα ακριβώς που συντελέσθηκε το κοσμοϊστορικό εκείνο γεγονός, γέννησε κόρη, που πέθανε αμέσως.

Ο θάνατος αυτός θεωρήθηκε κακό σημάδι κι από τότε βγήκε η γνωστή παροιμία Σάββατο γιο μη χαίρεσαι και Τρίτη θυγατέρα>>, γιατί Τρίτη ήταν που έπεσε η Κωνσταντινούπολη και Σάββατο γιορτάζουν οι διώχτες του Χριστού.
Από την ίδια περίπου αιτία βγήκε και η φράση "Σαββατογεννημένος", επειδή ο λαός πιστεύει πως όσοι γεννιώνται την ημέρα αυτή, είναι αλαφροΐσκιωτοι, δηλαδή βλέπουν φαντάσματα και στοιχειά, αλλα ποτέ δεν τους πειράζουν.




Το θέμα ανανεώνεται στο kykeon.ning.com
Αρχική

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σεβόμαστε όλες τις απόψεις, αλλά προτιμάμε τα ελληνικά και όχι τα greeklish, το χιούμορ και όχι τις ύβρεις.
Σας παρακαλούμε πολύ να γράφετε με ελληνικούς χαρακτήρες και οι σχολιασμοί σας να μη ξεφεύγουν από τα όρια της ευπρέπειας.
Σχόλια τα οποία περιέχουν ύβρεις, θα αποκλείονται.
Ευχαριστούμε.

Μετατροπέας Greeklish σε Ελληνικά

Αν θέλετε να συμπεριλάβετε εικόνα στο σχόλιό σας περικλείσετέ τη μέσα στα [im] και [/im] δηλαδή: [im]Η-διεύθυνση-της-εικόνας-σας-εδώ[/im]

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Best Blogger TipsBest Blogger Tips